Ενα βιβλίο με ιστορίες χρυσοθήρων που κάθε βράδυ οργώνουν τα βουνά της Θράκης. Και μια ομάδα Κομοτηναίων, που το έγραψε, το επιμελήθηκε και το εξέδωσε στα βιβλιοπωλεία. Ε, δε θέλει και πολύ για να σου κινήσει την περιέργεια.
Συναντήσαμε την συγγραφέα του βιβλίου, την Κομοτηναία δημοσιογράφο Νάντια Κατσαρού που το τελευταίο διάστημα ζει και δημιουργεί στην Αθήνα, μέσω του διαδικτύου και είχαμε μαζί της μια μικρή κουβέντα. Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο είναι μόνο η αφορμή. Στην πραγματικότητα, θέλαμε να μάθουμε περισσότερα για την υπόθεση. Ποιοι, που, πότε ψάχνουν για κρυμμένες λίρες στα θρακιώτικα βουνά. Απλοί πολίτες αλλά και πολιτικοί.
Το αν καταφέραμε να μάθουμε αυτά που θέλαμε, θα το διαβάσετε στην συνέντευξη που ακολουθεί…
Νάντια, κάθε βιβλίο που γράφεται κρύβει μία αληθινή ιστορία. Το δικό σου βιβλίο πόσες αληθινές ιστορίες τελικά κρύβει;
Πολλές. Κι εγώ τα έχω μπερδέψει. Αληθινές ιστορίες, θρύλοι και μασάλια και όλα αυτά ξεφυτρώνουν μέσα σε μια φανταστική ιστορία, με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους που τους έβαλα να ζουν στην Κομοτηνή. Οι ιστορίες αυτές, οι αληθινές, είναι ένα ρεπορτάζ που δεν έγινε ποτέ. Είναι ιστορίες ανθρώπων που ψάχνουν να βρουν το θησαυρό, κάτι που για την περιοχή, δεν είναι καθόλου πρωτότυπο. Είναι ιστορίες, συχνά κωμικοτραγικές, τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί, εύκολα διηγούνται σε τρίτους, δύσκολα όμως τις λένε μπροστά στην κάμερα. Ε, αφού δε μου τα είπαν στην κάμερα, τα έβγαλα κι εγώ αλλιώς. Το θέμα με είχε ιντριγκάρει και αποφάσισα ότι δεν έπρεπε να μου γλιτώσει.
Εδώ και αρκετές ημέρες, από την παρουσίαση του βιβλίου σου “Για μια χούφτα λίρες” στην Κομοτηνή, όλοι συζητούν και στοιχηματίζουν για την ταυτότητα των ανθρώπων του βιβλίου. Στα κρυφά βέβαια γιατί στα φανερά κανείς δε βλέπει και δεν ακούει τίποτα. Με τον ίδιο τρόπο που στα κρυφά κάποιοι τα βράδια τρέχουν με τις αξίνες στα βουνά ενώ την ημέρα δε ξέρουν τίποτα για το γεγονός, μόνο κάτι φήμες τρίτων έχουν ακούσει. Δε μοιάζει με κωμωδία το όλο θέμα, που ίσως θα μπορούσε να γίνει μία πρώτης τάξεως κινηματογραφική επιτυχία; Η καχυποψία δηλαδή μίας τοπικής κοινωνίας που τελικά μάλλον πηγάζει από κρυφές ενοχές και τον φόβο μήπως ο άλλος μάθει κάτι;
Ναι. Ζουν ανάμεσά μας. Είναι πολλοί και όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Και συχνά, πέφτει η μια ομάδα πάνω στην άλλη. Δε μοιάζει με κωμωδία. Είναι κωμωδία. Και έτσι, ως κωμωδία φρόντισα να το μεταφέρω στο βιβλίο. Και με τόσες κωμικές στιγμές που υπάρχουν, άνετα θα μπορούσε να περάσει και στον κινηματογράφο. Μπορεί και να γίνει. Κι όσο για τις ενοχές, δεν ξέρω αν πρέπει να υπάρχουν. Τη στιγμή που κάποιοι μας έχουν κατακλέψει, ε το να ψάχνεις χαμένους θησαυρούς είναι κάτι εντελώς αθώο. Κι ας θεωρείται παράνομο. Κι ας μας ληστεύουν κάποιοι άλλοι κανονικά και με το νόμο.
Δηλαδή σε κάποια υποθετική περίπτωση που (στο σενάριο αυτής της κωμωδίας) πέσει μία ομάδα “αναζήτησης χαμένων θησαυρών” πάνω στην άλλη, τι είδους σκηνές απείρου κάλους θα μπορούσαν να διαδραματιστούν; Προσπαθώ όπως καταλαβαίνεις να δω σκηνές από το “έργο” πριν αυτό κυκλοφορήσει!
Η περίπτωση δεν είναι καθόλου υποθετική. Πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο. Κυρίως όταν πάνε για έρευνα. Σ’ αυτή την περίπτωση, παριστάνουν τους ψαράδες, τους κυνηγούς, τους φυσιολάτρες… Όταν όμως πάνε για σκάψιμο, έχουν και τους τσιλιαδόρους τους. Αν αυτοί κάνουν καλά τη δουλειά τους, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν.
Απίστευτες καταστάσεις! Ολα αυτά θα έβγαζαν πολύ γέλιο σε κάποια υποθετική κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου σου! Το οποίο μιας και αναφερόμαστε σε αυτό, έχει τοποθετηθεί στα καταστήματα της περιοχής; Επίσης, να σε αναμένουμε κάποια στιγμή στην Κομοτηνή για μια επίσημη παρουσίαση του βιβλίου σου και για …περισσότερες καυτές λεπτομέρειες για την υπόθεση;
Λέμε Σεπτέμβριο με Οκτώβριο, που θα μαζευτεί κι ο κόσμος από τα σούρτα φέρτα του θέρους, να κάνουμε και μια παρουσίαση στην Κομοτηνή. Στην οποία ασφαλώς και κυκλοφορεί το βιβλίο. Εξάλλου, είναι Κομοτηναίικη δουλειά. Πέρα από τη συγγραφέα και το θέμα, Κομοτηναίος είναι και ο Θοδωρής ο Κουλεδάκης, ο ένας εκ των εκδοτών και ο Χρήστος ο Καρχαδάκης, συνεργάτης των εκδόσεων Σοκόλη – Κουλεδάκη, ο οποίος ασχολήθηκε με το στήσιμο της ιστορίας. Τώρα για τις καυτές λεπτομέρειες, δεν ξέρω, μπορεί στο τέλος να το γυρίσουμε στο κουτσομπολιό. Για το ποιος βρήκε, πώς τα αξιοποίησε. Άλλη αγαπημένη συζήτηση των εξερευνητών.
Ολοι μας γνωρίζουμε τουλάχιστον μία τέτοια ιστορία, για τον συμπέθερο, το γείτονα, τον πολιτικό. Και τώρα που έκανες εσύ το ξεκίνημα, νομίζω πως θα γραφτούν κι άλλα πολλά στη συνέχεια. Να σε δούμε λοιπόν σύντομα στην πόλη σου για τα περαιτέρω! Και είμαι σίγουρος πως το ακροατήριο δεν θα είναι και μικρό… Καλό καλοκαίρι λοιπόν και χρυσές πωλήσεις!
Λες να έρθουν όλοι οι χρυσοθήρες για να μάθουν κουτσομπολιά για “συναδέλφους” τους; Πάντως, εγώ το βλέπω και σαν πρόταση για να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Τόσοι θησαυροί θαμμένοι, είναι κρίμα να πάνε χαμένοι. Ευχαριστώ πολύ, και καλό καλοκαίρι επίσης!
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.