breaking news

RODOPINEWS.GR: ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ ΜΑΣ ΑΔΙΚΟΥΝ, Ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ

9 Σεπτεμβρίου, 2019 | by rodopinews
RODOPINEWS.GR: ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ ΜΑΣ ΑΔΙΚΟΥΝ, Ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ
ΤΟΠΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ & ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
0

Είναι γνωστή η δικαστική διαμάχη που έχει λάβει διαστάσεις …μαραθωνίου ανάμεσα στην ηλεκτρονική μας εφημερίδα και οικονομικά συμφέροντα παραπλεύρως της ηγετικής ομάδας της ναζιστικής “Χρυσής Αυγής”. Συγκεκριμένα, άτομα από εταιρεία που ιδρύθηκε στην Ροδόπη και εκπροσωπήθηκε ακόμη και μέσα στην Βουλή αλλά και σε συναντήσεις με υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ (!) από κορυφαία άτομα της ακροδεξιάς και του ναζισμού στην Ελλάδα, στράφηκαν εναντίον μας δικαστικά, εξαιτίας δημοσιευμάτων μας για την παράνομη δράση τους, ενώ μεταξύ άλλων αναφερθήκαμε και σε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης μωρών παιδιών. Μάλιστα στο διαδίκτυο πολύ σύντομα κυκλοφόρησαν “αγγελίες” με προτροπές προς τρίτους σε βία εναντίον μας ενώ τα ίδια άτομα στα εν λόγω δημοσιεύματα κοινοποιούσαν την διεύθυνση κατοικίας μας, τηλέφωνα, το είδος του αυτοκινήτου που οδηγούμε, μέχρι και ατομικές φωτογραφίες μας ώστε το “μήνυμα” να γίνει κατανοητό από τους δέκτες του, που δεν ήταν άλλοι από τους εκατοντάδες χιλιάδες ακροδεξιούς και ναζί της Ελλάδας “για τα περαιτέρω”.

Περάσαμε τα πρώτα χρόνια στα δικαστήρια της Ροδόπης τα οποία έδειξαν και κατά την γνώμη μας απέδειξαν πως βρισκόταν όχι μόνο σε πλήρη σύμπνοια με τις απόψεις και τα συμφέροντα των μηνυτών μας αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως καταγγείλαμε, ακόμη και σε συνεργασία μαζί τους, γεγονός ενδεικτικό για ύποπτη δράση οργανωμένης ομάδας εντός και εκτός δικαστηρίων. Εμείς απαιτήσαμε από δικαστές και εισαγγελείς να επιστρέψουν στην νομιμότητα καθώς οι συμπεριφορές τους απειλούν όχι απλά τα δικά μας έννομα συμφέροντα αλλά και το ίδιο το Πολίτευμα (καθώς οι αντίπαλοί μας διατηρούν πολιτική δράση) δίχως όμως αποτέλεσμα. Ως φυσική απόρροια όλων των παραπάνω και σε πείσμα μίας απίστευτης συμμορίας που φαίνεται να δρα σχεδόν σε όλη την Ελλάδα σπέρνοντας το μίσος και τον φανατισμό, εμείς συνεχίσαμε και επιμείναμε μέσω των νομίμων διαδικασιών στο να απαιτούμε την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και την πλήρη δικαίωσή μας.

Η συγκεκριμένη υπόθεση εκδικάστηκε στο ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου την 5η Φεβρουαρίου 2019 και οι δικαστές Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιος Αναστασάκος, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου και ο εισαγγελέας Ισίδωρος Ντογιάκος δικαίωσαν πλήρως την προσφυγή μας στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ελλάδος και ανέδειξαν τον παράνομο τρόπο με τον οποίο δικαστήκαμε και καταδικαστήκαμε στο Δικαστήριο της Κομοτηνής με την υπ’ αριθμόν 992 του 2019 απόφασή τους που αναδημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω, όπως ακριβώς υπάρχει στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου.

Ο επιπόλαιος και προσβλητικός προς την Δικαιοσύνη και το Πολίτευμα τρόπος με τον οποίο μαζικώς και παρανόμως έδρασαν δικαστές και εισαγγελείς της Θράκης εναντίον μας προς υπεράσπιση των σκοτεινών κύκλων των αντιπάλων μας πρέπει να κινήσει τις υποψίες στις αρμόδιες αρχές του Κράτους ως προς τα κίνητρα και τις διασυνδέσεις τους με τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι στο σύνολό τους δρουν σαν ένα δεμένο και πολύ καλά οργανωμένο σύνολο σε όλη σχεδόν την Ελλάδα.

Παραθέτουμε προς το παρόν την απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία και αναδεικνύει το μέγεθος της παρανομίας συγκεκριμένων δικαστών της Θράκης ενώ ακολουθούν και άλλες υποθέσεις μας τόσο στον Αρειο Πάγο, όσο και σε άλλες ανώτερες αρχές στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, που παρέστη με το δικηγόρο Νικόλαο Παπαζαφειρόπουλο, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ’αριθμ. 7/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’αριθ. 245/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Ν. του Β., κάτοικο …, που παρέστη με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11-12-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/2019.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα με πράξη πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, τον αυτοπροσώπως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για τον δεύτερο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 7/2018 από 11-12-2018 αίτηση του Σ. Μ. του Γ., κατοίκου … (οδός … για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 245/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 7-12-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 473 §§1 και 3 ΚΠΔ. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 170 § 2,171 § 1 εδ. δΐ, 333§2, 335§2 και 357 § 3 του ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και στον Άρειο Πάγο, για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ’ αυτόν από τον νόμο, την ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ. Α.Π.Δ. που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997), η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§ 1 στοιχ.Α’ του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα, επέρχεται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη ακρόασης κατ’ άρθρο 170§2 του ΚΠΔ, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Β’ του ίδιου Κώδικα στις περιπτώσεις που παρέχεται από τον νόμο στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορο του η ευχέρεια να ζητήσει, αν το θελήσει, την άσκηση δικαιώματος που παρέχεται ρητά σ’ αυτούς, όπως είναι το δικαίωμα των διαδίκων να ζητήσουν την ανάγνωση εγγράφων που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, να υποβάλουν ερωτήσεις προς τους μάρτυρες ή να προβούν σε σχολιαστικές ή άλλες δηλώσεις σχετικές με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, που αποσκοπούν στον έλεγχο της αξιοπιστίας τους και την αποκάλυψη της αλήθειας κλπ.. Για να προκληθεί, όμως, η συγκεκριμένη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του να ζητήσουν την ανάγνωση εγγράφων που κατατέθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία, να υποβάλουν ερωτήσεις σε μάρτυρες ή να κάνουν παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους ή με εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν, πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι έχει υποβληθεί, με τρόπο σαφή και ορισμένο, σχετικό αίτημα του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του, ότι αυτό έχει απορριφθεί με διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση και ότι ασκήθηκε αμέσως κατ’ αυτής προσφυγή στο Δικαστήριο, το οποίο δεν απάντησε ή απέρριψε την προσφυγή παρά τον νόμο και όχι για λόγους ουσίας, αφού η εκτίμηση των πραγμάτων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Η υποβολή δε του αντίστοιχου εκάστοτε αιτήματος, όσο και η άσκηση της προσφυγής στο Δικαστήριο,πρέπει να προκύπτουν από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ, δεδομένου ότι από τη διάταξη του άρθρου 141 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ’ αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης, επειδή κατά την ενώπιον του εκδώσαντος την αναι- ρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 245/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, δικάζοντος ως εφετείου τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, και κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και ενώ εξετάζονταν διαδοχικά, οι μάρτυρες υπεράσπισης, Β. Γ. και Ν. Γ., η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αφενός μεν απαγόρευσε σ’ αυτούς να καταθέσουν όσα γνώριζαν, συστήνοντας να εκθέσουν μόνον αν έλαβαν χώρα τα αναγραφόμενα στη σχετική έγκληση πραγματικά περιστατικά και αφετέρου απαγόρευσε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος παρίστατο αυτοπροσώπως, να υποβάλ ει τις ερωτήσεις που επιθυμούσε στους ως άνω μάρτυρες, “θεωρώντας αυτές άσκοπες, άσχετες και γενικώς μη χρήσιμες για την ανακάλυψη της αλήθειας”, όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων στο αναιρε- τήριο. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου, των οικείων πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, αφού δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, οι ως άνω μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορούμενου κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου όλα όσα αναγράφονται στην οικεία θέση και μετά την εξέταση καθενός τούτων η Πρόεδρος του Δικαστηρίου υπέβαλε ερωτήσεις και έδωσε διαδοχικά το λόγο για να υποβάλ ουν σ’ αυτούς ερωτήσεις, στην Εισαγγελέα, στους Δικαστές και στους διαδίκους και εκείνοι υπέβαλ. αν ερωτήσεις και οι μάρτυρες απάντησαν όπως αναφέρεται στις καταθέσεις τους. Μάλιστα, καταγράφεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα στη 28η σελίδα αυτής, η ερώτηση που υποβλήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προς την εξεταζόμενη μάρτυρα υπεράσπισης Β. Γ., όσο και η αντίστοιχη απάντηση αυτής. Περαιτέρω, από τα ως άνω πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε προς το Δικαστήριο οποιοδήποτε αίτημα σχετικά με τον τρόπο εξέτασης των εξεταζόμενων μαρτύρων και με το περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών ή με τον τρόπο διεύθυνσης της διαδικασίας από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, το οποίο δεν απαντήθηκε ή δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ούτε ότι υπήρξε σχετική προσφυγή στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, η οποία δεν απαντήθηκε ή απορρίφθηκε παρά τον νόμο. Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναγράφονται στην προαναφερόμενη νομική σκέψη, εφόσον τα ως άνω πρακτικά δεν προσεβλήθησαν ως πλαστά, αποδεικνύεται ότι έγιναν όλα όσα έχουν καταχωρηθεί σ’ αυτά, ενώ αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί μη καταχωρημένα σ’ αυτά θεωρούνται ότι δεν έγιναν.

Συνεπώς, στην κρινόμενη περίπτωση δεν επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη της αιτιολογίας αυτής είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ όταν το σκεπτικό – αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η “εν γνώσει” ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον “σκοπό” προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμισης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα, για την ως άνω αιτιολογία αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και από ποιο συγκεκριμένα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, είτε πρόκειται για καταδικαστική, είτε για αθωωτική απόφαση, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, κατ’ επιλογήν. Έτσι, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ή η αμφισβήτηση και αντίκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, οπότε οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Η ειδική κατά τα ως άνω και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους(δηλαδή, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170§2 και 333§2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς τους έχουν ως συνέπεια τον μη καταλογισμό της πράξης στο δράστη και επομένως και την απαλλαγή του, είναι και ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός, ο οποίος θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 30§1 του ΠΚ, κατά την οποία η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, από την οποία προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του πράττοντος για τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης ή για περιστατικά που, κατά τον νόμο, επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξης, δηλαδή η πλάνη του δράστη αναφέρεται σε στοιχεία της εγκληματικής πράξης, που μπορεί να είναι γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η πηγή της πλάνης του αυτής. Επίσης, ο από το άρθρο 31§ 2 του ΠΚ περί νομικής πλάνης ισχυρισμός, που κατά την ως άνω διάταξη η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι καταρχήν άδικη, είτε πιστεύει λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, που, με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, αποκλείει το αξιόποινο, εφόσον όμως η πλάνη είναι συγγνωστή, με την έννοια ότι ο υπαίτιος, όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών του δυνατοτήτων και ικανοτήτων και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένα εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή από εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές). Και τέλος αυτοτελή ισχυρισμό, υπό την προαναφερθείσα έννοια, αποτελεί και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ειδικού κατ’ άρθρο 367§1 περ. γ’ του ΠΚ, λόγου άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, κατά τον oποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Για να υπάρχει όμως, η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η προβολή τους να γίνεται με πληρότητα και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση τους, έτσι ώστε, να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο σε κάθε περίπτωση συμπέρασμα. Εφόσον λοιπόν οι ισχυρισμοί αυτοί προβληθούν με την παραπάνω πληρότητα, η απόρριψή τους πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως από το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, διαφορετικά, όταν δηλαδή, απορριφθούν, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Όσον, όμως, αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 367§1 περ.γ’ ΠΚ, η ως άνω υποχρέωση του Δικαστηρίου εξαρτάται από την παραδοχή ότι στοιχειοθετείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, που συνεπάγεται την μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 367§1 του ΠΚ για την άρση του αδίκου (άρθρο 367 § 2 στοιχ. α του ΠΚ), οπότε μετά την περί ενοχής σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν απαιτείται οιαδήποτε περαιτέρω απάντηση ή ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού. Τέλος, κατά το άρθρο 510§ 1 στοιχ.Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 245/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 362,363 του ΠΚ) και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18)μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υπέβαλλε εγγράφως, κατ’ άρθρο 141§2 ΚΠΔ και ανέπτυξε προφορικά, ζητώντας να καταχωρηθούν στα πρακτικά, τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς, που έχουν κατά λέξη ως ακολούθως:

ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ (άρθρο 141 τταρ. 2 Κ.Π.Δ.) Του Σ. Μ. του Γ. και της Δ., κάτοικο …, οδός … κάτοχο του υπ’ αριθ. ΑΔΤ …755 Τ.Α. …., ΑΦΜ 1…24, ΔΟΥ …. ΚΑΤΑ Της υπ’ αριθμ. 455/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής -Κομοτηνή 15-3-2018 Ο κατηγορούμενος Σ. Μ., λαβών τον λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπιση του και προέβαλε τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς που ζήτησε να γραφούν στα πρακτικά ( άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ).

Η αποδιδόμενη πράξη είναι εκείνη της παραβάσεως του άρθρου 362 Δυσφήμηση και 363 Συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία φέρεται τελεσθείσα την 14-6-2016, στην Κομοτηνή.

Συγκεκριμένα,.μου αποδίδεται ότι:

Στην Κομοτηνή την 14-6-2016, ως υπεύθυνος της ηλεκτρονικής ιστοσελίδας www.r… gr και ως συντάκτης άρθρων, δημοσίευσα-ανήρτησα στην ως άνω ιστοσελίδα, δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα Ε. Ν. άρθρα:

“Πριν βγει η απόφαση του Δικαστή-Προέδρου Πρωτοδικών η κα Χ. Ν. και ο Κος Γ. Φ. έσπευσαν να δημοσιεύσουν άρθρο στην συνεργαζόμενη (να υποθέσω αφιλοκερδώς;) με την εταιρία τους εφημερίδα “…” με το οποίο δηλώνουν πως έχουν σίγουρη την δικαίωση στο τσεπάκι ενώ αναφέρουν πως η δική μας πλευρά επιχείρησε να “απειλήσει” τον Δικαστή! Εάν αυτό δεν λέγεται πάρα ……..(συμπληρώστε εσείς την συνέχεια της λέξης) τότε απορώ πως αλλιώς μπορεί να λέγετα. Να ενημερώσω προς κάθε κατεύθυνση πως στο Δικαστήριο παραμείναμε όλοι έως και τις 1 παρά το μεσημέρι ενώ η εφημερίδα τυπώνεται γύρω στις 9 το βράδυ. Και όλα αυτά ΠΡΙΝ ο δικαστής αποφασίσει. Εντυπωσιακός “σεβασμός” προς την Ελληνική δικαιοσύνη από την οικογένεια Ν.. Δυο “ανεξήγητα γεγονότα των τελευταίων ωρών έρχονται να δημιούργησαν πλήθος ερωτηματικών όσον αφορά στην ισότιμη συμπεριφορά ορισμένων δικαστικών λειτουργών απέναντι στους πολίτες αλλά και στη περίπτωση “διαφορετικής” συμπεριφοράς απέναντι σε κάποιους άλλους που φαίνονται σαν να αντιμετωπίζονται υποδεέστερα από τον χώρο της Δικαιοσύνης. Την Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016 στις 12 το μεσημέρι και για διάρκεια περίπου 25 λεπτών έγινε η ακρόαση για την Αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων που κατέθεσαν η δασκάλα Χ. Ν. και η εταιρία της “…” εναντίον της εβδομαδιαίας αποκαλυπτικής εφημερίδας “…” και 3 συντακτών αυτής. Ασχέτως αν η πλευρά συμφερόντων Ν. είχε ή και μήνες ώστε να συντάξει ένα έγγραφο 112 σελίδων και στην συνέχεια να προσθέσει στην δικογραφία άλλο ένα πακέτο με αρκετές εκατοντάδες σελίδες ακόμη στην στιγμή μάλιστα που η άλλη πλευρά δεν είχε την ευκαιρία και το χρονικό περιθώριο ώστε ούτε να φέρει μαζί της ντοκουμέντα και Ούτε να διαθέσει δικηγόρο, μάλιστα υποστηρίζοντας πως τα αναφερόμενα στο 112 σελίδων έγγραφο ήταν εικασίες, αποκυήματα φαντασίας και συκοφαντίες με ξεκάθαρο σκοπό την φίμωση του Τύπου για να μην ασκηθεί έλεγχος στην αθέατη πλευρά των πολιτικών δραστηριοτήτων της δασκάλας, η διαδικασία τελικά ολοκληρώθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Την ίδια ημέρα και γύρω στις 9 το βράδυ τυπώθηκε στην καθημερινή εφημερίδα “…” άρθρο- επιστολή της πλευράς Ν. το οποίο, ούτε λίγο-ούτε πολύ ανέφερε πως η δικαίωση του αιτήματος της είναι σίγουρη έως και τετελεσμένο γεγονός Την επομένη ημέρα Τρίτη 14 Ιουνίου 2016 στις 2 το μεσημέρι η δασκάλα Χ. Ν. σε δημοσίευμα της στο διαδίκτυο αναφέρει αυτή την φορά πως η απόφαση βγήκε πλέον οριστικά και είναι υπέρ της. πανηγυρίζοντας δεόντως το γεγονός. Και στις δυο γραπτές αναφορές της η πλευρά Ν. δεν παρέβλεψε να κάνει λόγο για “συκοφαντίες” (παρόλο που ποτέ κανένα δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί για κάτι τέτοιο όσον αφορά στους αντιδίκους της) και να αναφερθεί σε παλαιότερες δικαστικές της νίκες εναντίον τουρκόφωνων εντύπων που την συκοφάντησαν και τιμωρήθηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια και με χρηματικές ποινές, χρήματα τα οποία πήρε η Χ. Ν..

Το ανεξήγητο σε όλα αυτά είναι το πώς είναι δυνατόν μια δικαστική απόφαση να γίνεται γνωστή επιλεκτικά στην μια αντίδικη πλευρά και όχι στην άλλη μια ολόκληρη ημέρα, μάλιστα πριν ακόμα ο Δικαστής αποφασίσει για το θέμα. Και φυσικό πως είναι δυνατόν η ίδια αντίδικη πλευρά την επομένη ημέρα να δηλώνει γνώση του περιεχομένου της οριστικά εκδοθείσας απόφασης και πάλι μια ολόκληρη . ημέρα πριν αυτή ανακοινωθεί από τον αρμόδιο Δικαστή.

Η πλευρά της οικογένειας Ν. (πατέρας πρώην Δικαστικός, υιός δικηγόρος και κόρη κατ’ επάγγελμα μηνύτρια) διαθέτει την “κρυστάλλινη σφαίρα” ή μήπως κάποιο “μαγικό ραβδί”. Άξιο αναφοράς είναι πως και στις δυο περιπτώσεις η πλευρό Ν. δεν αναφέρει πουθενά πως η απόφαση αυτή είναι προσωρινή και διαρκεί περίπου μία εβδομάδα, μέχρι την αληθινή δικάσιμο των Ασφαλιστικών Μέτρων αλλά σκοπίμως αφήνει να εννοηθεί πως πρόκειται για απόφαση σε δίκη και μάλιστα οριστική δίνοντας πανηγυρική χροιά στις ανακοινώσεις της μέσω facebook ενώ δεν παραλείπει να τονίζει πως μέχρι σήμερα στα ελληνικά δικαστήρια όχι μόνο δεν έχει χάσει καμία δίκη αλλά πάντα κερδίζει και χρήματα.

Οι αντίδικοι ωστόσο αναρωτιούνται για το αν, σε περίπτωση που έχουν απέναντι τους σε δικαστήριο την οικογένεια Ν. είναι πλέον απαραίτητο να παρίστανται στα δικαστήρια ή απλά να παρακολουθούν την διαδικασία μέσω του facebook.

Για την ιστορία να αναφέρουμε πως το “άρθρο” της πλευράς Ν. στην καθημερινή εφημερίδα “…” (επισήμως συνεργαζόμενη με την εταιρία της Ν. “…ς”) ενώ τυπώθηκε στο χαρτί, δεν βγήκε καθόλου στο διαδίκτυο. Από την άλλη η πανηγυρικού τύπου ανακοίνωση της Χ.ς Ν. στις 2 το μεσημέρι της Τρίτης 14 Ιουνίου περί της οριστικής απόφασης του Δικαστή έχει ως εξής. Η Χ. Ν. κοινοποίησε τη δημοσίευση του Ι. Φ.-με τον Εμπορικό Σύλλογο .. και 53 ακόμη.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΟΛΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΑ ΞΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ Ο,ΤΙΔΗΠΟΤΕ ΠΑ ΤΗΝ ….ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ. ΟΠΩΣ ΟΙ ΜΕΙ ΟΝΟ ΤΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΕΒΑΛΑΝ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ ΠΟΣΑ ΠΟΥ ΕΞΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΑ ΣΙΣΙΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΗΣ … ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΝΟΜΕΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΘΕΡΜΑ ΤΟΣΟ ΤΗΝ Μ. Μ. ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ 83 ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΤΗΣ … ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ, ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ….

Οι αντίδικοι της πλευράς Ν. πάντως ακόμη και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές περιμένουν να πληροφορηθούν την απόφαση από τις δικαστικές αρχές Μάλλον λόγω την εντόνων βροχοπτώσεων τις τελευταίες ημέρες στην … οι δίκες τους τηλεφωνικές (δια)συνδέσεις υπέστην κάποια βλάβη και η σύνδεση τους στο διαδίκτυο δεν λειτουργεί με καλές ταχύτητες….

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΛΑΝΗ Σύμφωνα με το άρθρο 30 του Π.Κ. Ή πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν. Αν όμως η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια”.

Πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου όρου συστατικού της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού το οποίο επαυξάνει την βαρύτητα της.

Εν προκειμένω, ΤΗΝ ΧΡΟΝΙΚΗ ΕΚΕΙΝΗ ΣΤΙΓΜΗ, αγνοούσα την απόφαση της ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, σύμφωνα με την οποία ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΟΥΤΑΝ ΑΔΕΙΑ για την Συζήτηση προσωρινών διαταγών. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟ να με πληροφορήσει έγκαιρα για τις αποφάσεις της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και πίστευα ότι οι μορφές δράσεων του δικηγορικού σώματος και η Πανελλαδική αποχή των Δικηγόρων ΑΦΟΡΟΥΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ανεξαιρέτως και ότι δεν υπήρχαν συγκεκριμένες υποθέσεις οι οποίες θα εκδικάζονταν.

Συνεπώς, στην υποθετική περίπτωση που γνώριζα ότι πράγματι ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΟΥΤΑΝ ΑΔΕΙΑ για την Συζήτηση προσωρινών διαταγών. ΔΕΝ ΘΑ ΕΓΡΑΦΑ ΠΟΤΕ δημοσίευμα που θα περιελάμβανε τέτοιου είδους “ανακρίβεια” που προσβάλλει και εμένα ως δημοσιογράφο που αναζητά την αλήθεια και την έγκυρη πληροφόρηση των πολιτών.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΛΑΝΗ Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 Κ.Π. η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός δικαιολογημένα πίστευε ότι εδικαιούτο να προβεί στην τέλεση της.

Πρόκειται για την περίπτωση της λεγομένης νομικής πλάνης σχετικά με το άδικο, η οποία, εφόσον κριθεί συγχωρητή (“συγγνωστή”) είναι λόγος συγνώμης του υπαιτίως πράξαντος (Χωραφάς 296), ως περίπτωση ανθρωπίνως μη φευκτής υπαιτιότητας (Ανδρουλάκης σέλ. 521) και αίρει τον αρχικό καταλογισμό της πράξης σε ενοχή του δράστη.

Στην περίπτωση της νομικής πλάνης η παρέκκλιση του δράστη από την συμμόρφωση προς το δίκαιο που αξιώνεται από τον κανονικό άνθρωπο δεν οφείλεται σε ανικανότητα αξιολόγησης της πράξης, ούτε σε στιγμιαία και συγκεκριμένη αδυναμία πρόβλεψης του αδίκου, αλλά σε διαφορετική, λαθεμένη αντίληψη του “χώρου απαξίας” της πράξης της, οποίας τα στοιχεία, κατά τα άλλα, πλήρως γνωρίζει.

Εν προκειμένω, είμαι δημοσιογράφος και όχι δικηγόρος και συνήθως αντιμετωπίζω λόγω της εργασίας μου τα γεγονότα από άλλη σκοπιά από αυτήν του δικηγόρου ή του δικαστή. Είναι ΒΑΣΙΚΗ ΑΡΧΗ ΜΟΥ, μαζί με την αδέσμευτη έκφραση των σκέψεων μου να μεταδίδω αληθείς πληροφορίες, ειδήσεις που προάγουν την δημοκρατία. Ποτέ εν γνώσει μου δεν θα μετέδιδα ψευδείς ειδήσεις με σκοπό να συκοφαντήσω συνανθρώπους μου και με τη συμπεριφορά μου αυτή να τους βλάψω. Συμβαίνει αρκετά συχνά εμείς οι δημοσιογράφοι να έχουμε, λόγω της φύσης του επαγγέλματος τους, εσφαλμένη αντίληψη ως προς το νομικά επιτρεπτό ή μη τέλεσης δυσφημιστικής πράξης, σε σχέση με τον πρωταρχικό σκοπό και μέλημα μας την μετάδοση αληθινών ειδήσεων, στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ο απαιτούμενος ΔΟΛΟΣ που να αποδεικνύει την πραγμάτωση άδικης πράξης από εμένα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων “όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή” και κατά τη δεύτερη “αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώττιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος.

Ουδόλως αποδείχτηκε ή αποδεικνύεται ότι εγώ γνώριζα ότι ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΟΥΤΑΝ ΑΔΕΙΑ για την Συζήτηση προσωρινών διαταγών και ότι δήθεν συκοφάντησα τον εγκαλούντα ότι παραβίασε την απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων με την παράσταση του κατά την συζήτηση της προσωρινής διαταγής της 13-6-2016 και ότι όλα τα παραπάνω τα έπραξα εν γνώσει μου και δολίως. Παράλληλα η πλάνη μου αυτή ήταν συγγνωστή καθώς δεν μπορούσα να αποφύγω την εσφαλμένη εκτίμηση (νοητική σύγχυση), ακόμα και αν κατέβαλα την επιμέλεια του μέσου ανθρώπου, καθώς πρώτη φορά αντιμετώπιζα ανάλογη κατάσταση και δεν είχα προλάβει να συμβουλευτώ δικηγόρο. Έχοντας σχηματίσει την λανθασμένη εντύπωση ως προς το αν έπρεπε να γίνει η συζήτηση της από 13-6-2016 προσωρινής διαταγής ή όχι, παρασύρθηκα εκ της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας, πιστεύοντας ότι η υπόθεση μου εκδικάστηκε, όχι λόγω της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ΝΑ ΕΚΔΙΚΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ, αλλά λόγω κάποιων άλλων εξωδικαστικών παρεμβολών, την πίστη και την αντίληψη μου αυτή, την ενίσχυσε το πραγματικό γεγονός ότι ο πατέρας του εγκαλούντος είναι πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου, αλλά και από τη συμπεριφορά της αδελφής του εγκαλούντος, η οποία συχνά πυκνά πανηγύριζε με βαρύγδουπες ανακοινώσεις της μέσω facebook ΟΤΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Το γεγονός ότι πληροφορήθηκα την απόφαση του Πρωτοδικείου από τις αναρτήσεις μέσω facebook της αδελφής του εγκαλούντος κ. Χ. Ν. και από την εφημερίδα …, ενίσχυσε την λανθασμένη μου αντίληψη ότι η υπόθεση μου δικάστηκε παρά την πανελλαδική απεργία των δικηγόρων. Καμιά απολύτως πρόθεση δεν είχα, σεβόμενος απολύτως την έννοια της τήρησης του καθήκοντος αληθείας και την “έντιμη συμπεριφορά”, ώστε να αποφεύγονται κατά το δυνατόν, λόγω και της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας, παραβιάσεις των δικαιωμάτων των άλλων, να δυσφημίσω πόσο μάλλον να συκοφαντήσω τον εγκαλούντα.

Ο ειδικός λόγος άρσης του αδίκου του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ’ και δ’ ΠΚ “Δεν αποτελούν άδικη πράξη: γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης, εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις “.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης προβλέπει ειδικούς λόγους, οι οποίοι αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα προσβλητικών της τιμής πράξεων, τις οποίες θεωρεί ως θεμιτές προσβολές της τιμής, λόγω εμφανούς συγκρούσεως εννόμων συμφερόντων, εντεύθεν δε οι προσβολές αυτές δεν αποδοκιμάζονται από το δίκαιο, αλλά αντίθετα εξισορροπούνται από την προστασία άλλων συμφερόντων ισοδύναμων ή κοινωνικώς υπέρτερων [Βλ. Α Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 235-473), όελ. 2935 επ. (υπό άρθρο 367), Α. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Τόμος Β’, άρθρα 235-473, Έκδοση Γ, Αθήνα 2000, σελ. 3052 επ. (υπό άρθρο 367).]. Σε τέτοια περίπτωση, απαιτείται υποκειμενικών ο δράστης να αποσκοπεί στην άμεση εξυπηρέτηση εμφανών και εκδήλων συμφερόντων του, αντικειμενικώς δε οι προσβολές προς τρίτο πρόσωπο να αποτελούν το εκ των ειδικών περιστάσεων αναγκαίο τρόπο δια την ενδεδειγμένη προστασία και εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος του φερόμενου ως υπαίτιου, ταυτοχρόνως όμως να μην υπερβαίνουν το στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμενο αναγκαίο μέτρο.

Ως δικαιολογημένο ενδιαφέρον νοείται η επιδίωξη σκοπού (δημόσιου ή ιδιωτικού, ηθικής ή υλικής φύσεως), ο οποίος αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως άξιος προστασίας. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον συντρέχει, όταν η εκδήλωση αυτή (απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης), αποτελώντας περιεχόμενο οφειλόμενης ή επιθυμητής φροντίδας του δράστη για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ισοσταθμίζεται ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού που δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο [Βλ. ΑΠ 73/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 582, ΑΠ 451/2000. ΠοινΧρ Ν’, σελ. 921.]. Βασική προϋπόθεση της παρούσας δικαιολογητικής περίπτωσης αποτελεί το ότι η προσβλητική της τιμής κ.λ.π. εξωτερίκευση ήταν εύλογη και αναγκαία για την προστασία του συμφέροντος του δράστη, ήτοι ότι αποτελεί, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο προς διαφύλαξη του δικαιώματος, χωρίς το οποίο η διαφύλαξη του δε θα ήταν δυνατή βλ. ΑΠ 1147/1998, ΠοινΧρ ΜΘ’, σελ. 665, ΑΠ 1678/1994, ΠοινΧρ ΜΕ’, σελ. 47].

Εν προκειμένω, η αδελφή του εγκαλούντος, κ. Ν., μαζί με τον σύζυγο της κ. Φ., απέστειλαν στην εφημερίδα “…” επιστολή που αφορούσε τις δικαστικές μας υποθέσεις. Είναι σαφές και προκύπτει από το διαδικτυακό δημοσίευμα ότι η εν λόγω ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εφημερίδας “…” έγινε στις 14-6-2016 και ώρα 00.00 σας παραθέτω το απόσπασμα της εν λόγω ανάρτησης όπου αποδεικνύεται ο αληθής ισχυρισμός μου.

(ακολουθεί το από Τρίτη 14 Ιουνίου 2016 – 00:00 δημοσίευμα της ιστοσελίδας …. με τίτλο Σχετικά με την … της Δ. Β. και την εβδομαδιαία εφημερίδα “…” ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ “….” ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΜΠΑΡΑΖ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ Το δημοσίευμα ξεκινά με τη φράση “ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ” Η Χ. Ν. που ζητά την αποκατάσταση της συκοφαντίες σε προσωπικό επίπεδο. Εν συνεχεία το δημοσίευμα αναλύει την υπόθεση μου, την οποία ανάλυση πιθανότατα ελάχιστοι αναγνώστες θα διαβάσουν, καθότι οι περισσότεροι εξ αυτών θα μείνουν στην λανθασμένη, ψευδή και συκοφαντική εντύπωση που ήδη είχε δημιουργήσει η λέξη “ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ” με κεφαλαία γράμματα. Η φράση μέσα σε παρένθεση, ότι η απόφαση ακόμα εκκρεμεί, φαντάζει μηδαμινή, άνευ ουσίας στους αναγνώστες, αφού δεσπόζει η λέξη “ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ”. Φυσικά δημιουργεί εύλογα ερωτήματα η ώρα δημοσίευσης του άρθρου δηλαδή ή ώρα 00.00 της 14-6-2016. Ο εγκαλών στην έγκληση του αναφέρει ότι πληροφορήθηκε την έκδοση προσωρινής διαταγής περί ώρα 12.00 μεσημεριανή της 14ης-6-2016. όταν επικοινώνησε από το δικηγορικό του γραφείο στη …. με το Πρωτοδικείο Ροδόπης και το τμήμα ασφαλιστικών μέτρων. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 21-3-2017 ο εγκαλών κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι “την Τρίτη το πρωί στις 14 Ιουνίου έμαθα το αποτέλεσμα”. Έχουμε λοιπόν τα εξής 3 παράλογα και αντιφατικά στοιχεία:

Την ώρα δημοσίευσης του άρθρου, η οποία είναι 00.00 της 14-6-2016.

Την έγκληση που αναφέρει ότι ο εγκαλών πληροφορήθηκε την έκδοση προσωρινής διαταγής περί ώρα 12.00 μεσημεριανή της 14ης-6-2016.

Την από 21-3-2017 κατάθεση του εγκαλούντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι “την Τρίτη το πρωί στις 14 Ιουνίου έμαθα το αποτέλεσμα”.

Όπως ο ίδιος ο εγκαλών αναφέρει στη μήνυση του, το δικό μου δημοσίευμα έγινε το απόγευμα της 14ης Ιουνίου 2017. όταν πληροφορήθηκα διαδικτυακά από το δημοσίευμα της εφημερίδας “…” και μέσω facebook ότι η κ. Ν., αδελφή του εγκαλούντος ΔΙΚΑΙΩΘΗΚΕ!!! Όπως ήδη έχω αναφέρει παραπάνω την χρονική εκείνη περίοδο δεν είχα δικηγόρο, δεν είχα ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ άλλες τέτοιου είδους δικαστικές διαφορές, δεν γνώριζα τις διαδικασίες και τι ακριβώς έπρεπε να κάνω., που να τηλεφωνήσω, πώς και πότε να πληροφορηθώ για την εξέλιξη της υπόθεσης μου, οπότε ήταν μεγάλη η έκπληξη μου όταν έλαβα τέτοιου είδους πληροφορίες, που ΑΦΟΡΟΥΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΜΟΥ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ διαδικτυακά, θεώρησα λοιπόν ότι’ έπρεπε και είχα κάθε δικαίωμα να προστατεύσω τον εαυτό μου και τα δικαιώματα μου. Υπήρχε σαφώς εκ μέρους μου δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για το λόγο αυτό έκανα μετά τις δημοσιεύσεις της αδελφής του εγκαλούντος το δικό μου δημοσίευμα, απαντώντας σε όσα ήδη είχαν δημοσιευθεί και με αφορούσαν. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού μου, η οποία δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ισοσταθμίζεται και δεν είναι φανερά δυσανάλογη με αυτή του εγκαλούντος και της αδελφής του, που μιλούσε για δικαίωση πριν την έκδοση, όπως η ίδια αναφέρει. της απόφασης και προς την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού μου που δεν μπορούσε να γίνει με άλλο τρόπο, δημοσίευσα ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ το από 14-6-2016 άρθρο μου, όπου οποιαδήποτε υποτιθέμενη και άνευ δόλου προσβολή της τιμής του εγκαλούντος, ήταν εύλογη και αναγκαία για την προστασία του συμφέροντος μου που δεν είναι μικρότερης αξίας από αυτό του εγκαλούντος και της αδελφής του.

Με βάση τα ανωτέρω γίνεται πλέον φανερό ότι δεν τέλεσα το αδίκημα για το οποίο κατηγορούμαι και συνεπώς πρέπει να κηρυχθώ αθώος της κατηγορίας. ΚΟΜΟΤΗΝΗ 15-3-2018 Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Σ. Μ.

Ακολούθως, κατά τα αναγραφόμενα στα ως άνω πρακτικά, η Εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει και το Δικαστήριο να αποφασίσει επί των παραπάνω ισχυρισμών του κατηγορούμενου, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, μετά τη λήξη της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 245/2018 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, κατά τα αναφερόμενα και παραπάνω. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικάσαν Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ανα- γνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορούμενου), δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής:”Ο κατηγορούμενος, στην …, στις 14-6-2016 με πρόθεση ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως υπεύθυνος της ηλεκτρονικής ιστοσελίδας www.r….gr και ως συντάκτης άρθρων, δημοσίευσε-ανήρτησε στην ως άνω ιστοσελίδα- τα κάτωθι, δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα Ε. Ν., άρθρα:

“Πριν βγει η απόφαση του Δικαστή-Προέδρου Πρωτοδικών η κα Χ. Ν. και ο Κος Γ. Φ. έσπευσαν να δημοσιεύσουν άρθρο στην συνεργαζόμενη (να υποθέσω αφιλοκερδώς;) με την εταιρία τους εφημερίδα “….” με το οποίο δηλώνουν πως έχουν σίγουρη την δικαίωση στο τσεπάκι ενώ αναφέρουν πως η δική μας πλευρά επιχείρησε να “απειλήσει” τον Δικαστή! Εάν αυτό δεν λέγεται παρά …(συμπληρώστε εσείς την συνέχεια της λέξης) τότε απορώ πως αλλιώς μπορεί να λέγεται. Να ενημερώσω προς κάθε κατεύθυνση πως στο Δικαστήριο παραμείναμε όλοι έως και τις 1 παρά το μεσημέρι ενώ η εφημερίδα τυπώνεται γύρω στις 9 το βράδυ. Και όλα αυτά ΠΡΙΝ ο Δικαστής αποφασίσει. Εντυπωσιακός “σεβασμός” προς την Ελληνική Δικαιοσύνη από την οικογένεια Ν….Δύο “ανεξήγητα γεγονότα των τελευταίων ωρών έρχονται να δημιουργήσουν πλήθος ερωτηματικών όσον αφορά στην ισότιμη συμπεριφορά ορισμένων δικαστικών λειτουργών απέναντι στους πολίτες αλλά και στη περίπτωση “διαφορετικής” συμπεριφοράς απέναντι σε κάποιους άλλους που φαίνονται σαν να αντιμετωπίζονται υποδεέστερα από τον χώρο της Δικαιοσύνης. Την Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016 στις 12 το μεσημέρι και για διάρκεια περίπου 25 λεπτών έγινε η ακρόαση για την Αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων που κατέθεσαν η δασκάλα Χ. Ν. και η εταιρία της “…” εναντίον της εβδομαδιαίας αποκαλυπτικής εφημερίδας “…” και 3 συντακτών αυτής. Ασχέτως αν η πλευρά συμφερόντων Ν. είχε ή και μήνες ώστε να συντάξει ένα έγγραφο 112 σελίδων και στην συνέχεια να προσθέσει στην δικογραφία άλλο ένα πακέτο με αρκετές εκατοντάδες σελίδες ακόμη στην στιγμή μάλιστα που η άλλη πλευρά δεν είχε την ευκαιρία και το χρονικό περιθώριο ώστε ούτε να φέρει μαζί της ντοκουμέντα και ούτε να διαθέσει δικηγόρο, μάλιστα υποστηρίζοντας πως τα αναφερόμενα στο 112 σελίδων έγγραφο ήταν εικασίες, αποκυήματα φαντασίας και συκοφαντίες με ξακάθαρο σκοπό την φίμωση του Τύπου για να μην ασκηθεί έλεγχος στην αθέατη πλευρά των πολιτικών δραστηριοτήτων της δασκάλας, η διαδικασία τελικά ολοκληρώθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών. -Την ίδια ημέρα και γύρω στις 9 το βράδυ τυπώθηκε στην καθημερινή εφημερίδα “….” άρθρο με επιστολή της πλευράς Ν. το οποίο, ούτε λίγο-ούτε πολύ ανέφερε πως η δικαίωση του αιτήματος της είναι σίγουρη έως και τετελεσμένο γεγονός. -Την επόμενη ημέρα Τρίτη 14 Ιουνίου 2016 στις 2 το μεσημέρι η δασκάλα Χ. Ν. σε δημοσίευμα της στο διαδίκτυο αναφέρει αυτή την φορά πως η απόφαση βγήκε πλέον οριστικά και είναι υπέρ της, πανηγυρίζοντας δεόντως το γεγονός. Και στις δυο γραπτές αναφορές της η πλευρά Ν. δεν παρέβλεψε να κάνει λόγο για “συκοφαντίες” (παρόλο που ποτέ κανένα δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί για κάτι τέτοιο όσον αφορά στους αντιδίκους της) και να αναφερθεί σε παλαιότερες δικαστικές της νίκες εναντίον τουρκόφωνων εντύπων που την συκοφάντησαν και τιμωρήθηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια και με χρηματικές ποινές, χρήματα τα οποία πήρε η Χ. Ν.. Το ανεξήγητο σε όλα αυτά είναι το πώς είναι δυνατόν μια δικαστική απόφαση να γίνεται γνωστή επιλεκτικά στην μια αντίδικη πλευρά και όχι στην άλλη μια Ολόκληρη ημέρα, μάλιστα πριν ακόμα ο Δικαστής αποφασίσει για το θέμα. Και φυσικά πως είναι δυνατόν η ίδια αντίδικη πλευρά την επομένη ημέρα να δηλώνει γνώση του περιεχομένου της οριστικά εκδοθείσας απόφασης και πάλι μια ολόκληρη ημέρα πριν αυτή ανακοινωθεί από τον αρμόδιο Δικαστή. Η πλευρά της οικογένειας Ν. (πατέρας πρώην Δικαστικός, υιός δικηγόρος και κόρη κατ επάγγελμα μηνύτρια) διαθέτει την “κρυστάλλινη σφαίρα” ή μήπως κάποιο “μαγικό ραβδί”; Άξιο αναφοράς είναι πως και στις δυο περιπτώσεις η πλευρά Ν. δεν αναφέρει πουθενά πως η απόφαση αυτή είναι προσωρινή και διαρκεί περίπου μία εβδομάδα, μέχρι την αληθινή δικάσιμο των Ασφαλιστικών Μέτρων αλλά σκοπίμως αφήνει να εννοηθεί πως πρόκειται για απόφαση σε δίκη και μάλιστα οριστική δίνοντας πανηγυρική χροιά στις ανακοινώσεις της μέσω Facebook ενώ δεν παραλείπει να τονίζει πως μέχρι σήμερα στα ελληνικά δικαστήρια όχι μόνο δεν έχει χάσει καμία δίκη αλλά πάντα κερδίζει και χρήματα. Οι αντίδικοι ωστόσο αναρωτιούνται για το αν, σε περίπτωση που έχουν απέναντι τους σε δικαστήριο την οικογένεια Ν. είναι πλέον απαραίτητο να παρίστανται στα δικαστήρια ή απλά να παρακολουθούν την διαδικασία… μέσω του Facebook! Για την ιστορία να αναφέρουμε πως το “άρθρο” της πλευράς Ν. στην καθημερινή εφημερίδα “….” (επισήμως συνεργαζόμενη με την εταιρία της Ν. “…ς”) ενώ τυπώθηκε στο χαρτί, δεν βγήκε καθόλου στο διαδίκτυο. Από την άλλη η πανηγυρικού τύπου ανακοίνωση της Χ. Ν. στις 2 το μεσημέρι της Τρίτης 14 Ιουνίου περί της οριστικής απόφασης του Δικαστή έχει ως εξής: Η Χ. Ν. κοινοποίησε τη δημοσίευση του Ι. Φ.-με τον Εμπορικός Σύλλογος …. και. 53 ακόμη. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΟΛΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ.. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΑ ΞΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ …..ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ..ΟΠΩΣ ΟΙ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΕΒΑΛΑΝ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ ΠΟΣΑ ΠΟΥ ΕΞΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΑ ΣΙΣΙΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΗΣ … ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΝΟΜΕΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΘΕΡΜΑ ΤΟΣΟ ΤΗΝ Μ. Μ. ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ 83 ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΤΗΣ … ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ, ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ …. Οι αντίδικοι της πλευράς Ν. πάντως ακόμη και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές περιμένουν να πληροφορηθούν την απόφαση από τις δικαστικές αρχές. Μάλλον λόγω την εντόνων βροχοπτώσεων τις τελευταίες ημέρες στην Ροδόπη οι δίκες τους τηλεφωνικές (δια)συνδέσεις υπέστην κάποια βλάβη και η σύνδεση τους στο διαδίκτυο δεν λειτουργεί με καλές ταχύτητες…” Τα ανωτέρω, ωστόσο, ήταν ψευδή στο περιεχόμενο τους καθόσον ο εγκαλών δεν παραβίασε την απόφαση της ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων με την παράσταση του κατά την συζήτηση της προσωρινής διαταγής της 13-6-2016, ούτε χρησιμοποίησε την συγγενική του σχέση με Επίτιμο Πρόεδρο του Αρείου Πάγου για να παραστεί στην συζήτηση, αλλά ούτε και για να επηρεάσει τον Πρόεδρο υπηρεσίας στην έκδοση της προσωρινής διαταγής, ούτε γνώριζε το περιεχόμενο αυτής πριν την έκδοση της, ούτε την πληροφορήθηκε μέσω του διαδικτύου και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά τηλεφωνικά από την Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ροδόπης,μετά την έκδοση της. Επίσης ο εγκαλών δεν χρησιμοποιεί γενικότερα την ιδιότητα του συγγενικού του προσώπου για να επηρεάζει τις δικαστικές αποφάσεις. Όλα τα παραπάνω ήταν προσβλητικά για την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα και έλαβε γνώση αόριστος αριθμός αναγνωστών-ετπσκεπτών της ιστοσελίδας www.r….gr• Επομένως, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί πλάνης που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο (πραγματικής και νομικής), αυτός (κατηγορούμενος) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

Με τις ως άνω όμως παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει όσων εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τις αναγραφόμενες στην ίδια θέση διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, δηλαδή της ύπαρξης του άμεσου δόλου, ο οποίος απαιτείται προκειμένου περί καταδίκης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και συγκεκριμένα δεν παρατίθενται στην ως άνω αιτιολογία πραγματικά περιστατικά τα οποία να δικαιολογούν την γνώση του καταδικασθέντος και μάλιστα με την έννοια της βεβαιότητας, ότι όλα τα αναγραφόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα ήσαν αναληθή και παρά τη γνώση του αυτή προέβη στη δημοσίευσή τους, με σκοπό να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αλλά ούτε και διευκρινίζεται πως ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθειά αυτών, ούτε και αν τούτο αποτελούσε προσωπική του πεποίθηση ή αντίληψη ή αν στηριζόταν σε δική του πράξη ή παράλειψη, ώστε να είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικών περιστατικών. Πέραν τούτων όμως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ελλιπής και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορούμενου, οι οποίοι προβλήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση με πληρότητα και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ειδικότερα, το ως άνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί πραγματικής και νομικής πλάνης, με την ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία: “Επομένως, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πλάνης που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο (πραγματικής και νομικής) αυτός (κατηγορούμενος) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται” και επιπρόσθετα παραλείποντας να αποφανθεί περί του συγγνωστού ή όχι της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα νομικής πλάνης. Αντίθετα, ως προς τον έτερο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του, κατ’ άρθρο 367 § 2 στοιχ. α του ΠΚ.λόγου άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, δηλαδή, ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αυτόν ένοχο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, οπότε κατά νομική συνέπεια δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 367§1 του ΠΚ, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει οποιαδήποτε περαιτέρω ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού. Κατόπιν τούτων, ο θεμελιούμενος στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ’ του ΚΠ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλούμενος πλημμέλειες αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και της εκ πλαγίου παραβίασης αυτών, απαραδέκτως επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 245/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2019.

Το βρήκες ενδιαφέρον; Μοιράσου το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Pin on Pinterest
Pinterest
Share on Tumblr
Tumblr
Digg this
Digg
Share on VK
VK
Share on Reddit
Reddit
Print this page
Print
Email this to someone
email

Σχόλια αναγνωστών

comments

Comments are closed.