Οφείλουμε καταρχήν να επισημάνουμε ότι ο λόγος της παρέμβασης μας επί του ανωτέρω ζητήματος, έγκειται στο γεγονός ότι της ανακοίνωσης του Γραφείου Τύπου της ΕΔΕ, που αναπαρήχθη ως ανακοίνωση της Ενώσεως, ουδεμία ενημέρωση μας προηγήθηκε και ουδέποτε ζητήθηκε η άποψη μας, αν και είμαστε εκλεγμένα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής.
Έχουμε, λοιπόν, υποχρέωση να εκθέσουμε τις απόψεις μας εκ των υστέρων δεδομένου ότι δεν ζητήθηκαν εκ των προτέρων όπως έπρεπε και τις οποίες οι συνάδελφοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν. Επειδή το Προεδρείο της Ενώσεως δεν έχει υιοθετήσει τη συλλογική δράση του ΔΣ αλλά λειτουργεί ως πλειοψηφούσα ομάδα, τονίζουμε από τώρα ότι δελτίο τύπου θα εκδίδει και η ομάδα μας κάθε φορά, που δεν θα ζητείται και δεν θα καταγράφεται η άποψη μας, ως εκλεγμένων μελών του ΔΣ και μάλιστα επί σημαντικών θεσμικών θεμάτων.
Το ζήτημα των προαγωγών των Ανώτατων Δικαστικών Λειτουργών στις θέσεις του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Εισαγγελέα κλπ. Ανωτάτων Δικαστηρίων αποτελεί εδώ και δεκαετίες σημείο τριβής και αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων εξαιτίας της γνωστής συνταγματικής διάταξης.
Για το λόγο αυτό η πάγια επί του θέματος άποψη μας είναι ότι, καταρχήν, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δεν χρειάζεται να παρεμβαίνει στην κομματική αυτή αντιπαράθεση και σε κάθε περίπτωση η όποια παρέμβαση της επί του θέματος θα πρέπει να βάλει κατά αυτής της τακτικής των κομμάτων και όχι να ενισχύει μια κακώς εννοούμενη, διαχρονικά, πολιτική νοοτροπία περί ”αρεστών” ή ”μη αρεστών” Ανώτατων Δικαστικών Λειτουργών. Η από 20-8-2018 ανακοίνωση του ΓραφείουΤύπου της ΕΔΕ κατά τον τρόπο, που διατυπώθηκε, εκλήφθη από όλα τα μέσα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου ως δήλωση ομολογίας από την ίδια την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων περί ύπαρξης ΄΄αρεστών΄΄ στην εκάστοτε Κυβέρνηση (αντιστρόφως και στην εκάστοτε Αντιπολίτευση) Δικαστικών Λειτουργών, συμπέρασμα, που διατυπώθηκε ευθέως στον Πρόεδρο της Ενώσεως και από δημοσιογράφο ραδιοφωνικού σταθμού σε χθεσινή συνέντευξη του.
Ειδικότερα η άποψη μας:
”Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει…”.
Η αμέσως ανωτέρω διάταξη δεν αποτελεί ούτε το διατακτικό κάποιας δικαστικής απόφασης, ούτε θεσμοθετήθηκε από Λειτουργούς της Θέμιδας (και δεν θα μπορούσε άλλωστε).
Αποτελεί, όπως είναι σε όλους γνωστό, το κείμενο της παρ.5 του άρθρου 90 του Καταστατικού Χάρτη της Χώρας μας (Συντάγματος), που η ίδια η συντεταγμένη – πολιτική εξουσία στη χώρα μας, αποτελούμενη, διαχρονικά, από τα εναλλασσόμενα στην εκάστοτε Κυβέρνηση και εκάστοτε Αντιπολίτευση πολιτικά κόμματα, θεσμοθέτησε και ουδέποτε, βέβαια, μέχρι σήμερα αναθεώρησε.
Αν η πολιτική εξουσία, τα πολιτικά κόμματα, στη χώρα μας διαφωνούν με την εν λόγω διάταξη, που τα ίδια θεσμοθέτησαν και δεν έχουν μέχρι σήμερα αναθεωρήσει, δεν μένει τίποτε άλλο από το να προχωρήσουν στην αναθεώρηση της.
Αν εμμένουν στη διατήρηση της ισχύος της οφείλουν να σταματήσουν τις επικοινωνιακού και μόνο τύπου πολιτικές αντιπαραθέσεις τους με φόντο την ανωτέρω διάταξη και τη Δικαιοσύνη κάθε φορά, που έρχεται η ώρα των προαγωγών, όπως επί δεκαετίες μέχρι σήμερα πράττουν κατά την προσφιλή τους συνήθεια, πλάθοντας σενάρια περί ύπαρξης ”αρεστών” ή ”μη αρεστών” Δικαστών.
Η Δικαιοσύνη στη χώρα μας ήταν, είναι και θα είναι ανεξάρτητη και μέχρι σήμερα έχει συμβάλλει τα μέγιστα στη διαφύλαξη των ατομικών ελευθεριών και στην κοινωνική ειρήνη όπως αυτό προκύπτει από πλήθος δικαστικών αποφάσεων.
Κλείνοντας την παρέμβαση μας αυτή, θεωρούμε ότι θα πρέπει να αποτελεί διαρκή στόχευση για την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και θα συνιστούσε πραγματική τομή σε μία μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση, πλήρως εναρμονισμένη με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και της ισοτιμίας αυτών, η πρόβλεψη περί κατάρτισης του Οργανισμού των Δικαστηρίων, στα ζητήματα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αποκλειστικά και μόνο από την Δικαστική Εξουσία. Ότι συνιστά για τη Νομοθετική Εξουσία ο Κανονισμός, που θεσπίζεται από την Ολομέλεια αυτής και ρυθμίζει κυριαρχικά τα της εσωτερικής της λειτουργίας, συνιστά και ο Οργανισμός των Δικαστηρίων για την εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αποτελεί μία απλή διακήρυξη πανηγυρικού τύπου σε ένα Σύνταγμα για να δικαιολογεί την ύπαρξη Κράτους Δικαίου, αλλά αποτελεί συνταγματική διάταξη με ουσιαστικό περιεχόμενο, που θεσπίζει περαιτέρω υποχρέωση της συντεταγμένης – πολιτικής εξουσίας να υλοποιεί με συγκεκριμένο τρόπο σε θεσμικό επίπεδο αυτή τη θεμελιώδη συνταγματική επιταγή.
Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ ΕΔΕ
Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ ΕΔΕ
Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ ΕΔΕ
Απειλές κατά δικαστών από το προεδρείο τους
Με σκληρά, σχεδόν απειλητικά λόγια το προεδρείο της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων επιτίθεται με χθεσινή ανακοίνωση κατά μελών της μειοψηφίας για το γεγονός ότι τόλμησαν να δημοσιεύσουν τις απόψεις τους αλλά και για τη δυσαρέσκεια που εξέφρασαν για το ότι πριν από τις ανακοινώσεις αυτές δεν προηγείται διάλογος.
Προφανώς «ο νικητής τα παίρνει όλα», κατά τη δημοκρατική πλειοψηφία του προεδρείου της Ενωσης. Μόνο που ο αποκλεισμός στη συγκρότηση του προεδρείου δικαστών που πήραν μεγάλο αριθμό ψήφων έχει ήδη αφήσει να διαφανεί μία εξαιρετικά αυταρχική νοοτροπία.
Ακόμα προκαλεί απορία το ότι είναι η μόνη συνδικαλιστική ένωση που δεν ενημερώνει ούτε πόσα είναι τα μέλη της ούτε πόσοι ψήφισαν στις εκλογές. Βέβαιο είναι ότι προβλέπεται θυελλώδης η προσεχής συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕΔΕ. Είναι πρωτοφανές για μια δημοκρατική συνδικαλιστική Ενωση να εμποδίζει και να απειλεί τη μειοψηφία όταν δημοσιεύει τις όποιες απόψεις της, πολύ δε περισσότερο όταν αυτές δεν σχετίζονται με τις διεκδικήσεις ή τις όποιες κινητοποιήσεις του κλάδου.
Η ανακοίνωση του προεδρείου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Οι συνάδελφοι Μ. Στενιώτη, Κ. Βουλγαρίδης και Γ. Κομπολίτης φαίνεται ότι δεν έλαβαν το μήνυμα των εκλογών και συνεχίζουν στην ίδια λογική. Αποφάσισαν έτσι αυθαίρετα να υποκαταστήσουν το Γραφείο Τύπου της Ενωσης, που νόμιμα συγκροτήθηκε με συντριπτική πλειοψηφία 11 μελών, και να διατυπώνουν τις θέσεις τους σαν να πρόκειται για μια άλλη Ενωση.
Είναι προφανές ότι επιδιώκουν να δημιουργήσουν σύγχυση στην κοινή γνώμη και να προβάλλουν τις μειοψηφικές θέσεις τους στα “φιλικά” σ’ αυτούς ΜΜΕ ως απόψεις του Δικαστικού Σώματος. Οι προφάσεις που χρησιμοποιούν για να καλύψουν την προκλητική στάση τους δεν αντέχουν σε καμία λογική. Γνωρίζουν όλοι ότι το Γραφείο Τύπου της Ενωσης έχει συσταθεί ακριβώς για να απαντάει και να λαμβάνει θέση σε ζητήματα της επικαιρότητας που αφορούν τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της. […] Οι συνάδελφοι έχουν κρίση και καταλαβαίνουν πού αποσκοπούν και ποιον εξυπηρετούν τέτοιες ενέργειες.
Σε κάθε περίπτωση συμπεριφορές που εκθέτουν τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο της ΕΔΕ, παραβιάζουν το καταστατικό και δείχνουν φανερή απαξίωση στις δημοκρατικές διαδικασίες και στη βούληση του δικαστικού σώματος όπως αυτή εκφράστηκε πριν από 3 μήνες, θα αντιμετωπίζονται ανάλογα». Δηλαδή;
Δυστυχώς ο κάθε πολίτης που διαβάζει το συγκεκριμένο απόσπασμα προφανώς θα εύχεται να μην πέσει «στα χέρια» όσων το συνέταξαν!
«Οχι κομματικές αντιπαραθέσεις στη Δικαιοσύνη»
Για άλλη μια φορά, τα μέλη της μειοψηφίας του διοικητικού συμβουλίου της μεγαλύτερης δικαστικής ένωσης της χώρας, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, διαμαρτύρονται ότι η πλειοψηφία ασκεί πολιτική ερήμην τους επί σημαντικών θεσμικών θεμάτων, εκδίδοντας ανακοινώσεις που δεν τους εκπροσωπούν, όπως η τελευταία που αφορούσε το ζήτημα των προαγωγών σε θέσεις αντιπροέδρων του ανωτάτου δικαστηρίου.
Οι δικαστές της μειοψηφίας κατηγορούν το προεδρείο της Ενώσεως ότι «δεν έχει υιοθετήσει τη συλλογική δράση του Δ.Σ., αλλά λειτουργεί ως πλειοψηφούσα ομάδα» και ξεκαθαρίζουν ότι θα εκδίδουν δελτίο Τύπου «κάθε φορά που δεν θα ζητείται και δεν θα καταγράφεται η άποψή μας, ως εκλεγμένων μελών του Δ.Σ. και μάλιστα επί σημαντικών θεσμικών θεμάτων».
Τονίζουν, επίσης, ότι «η Δικαιοσύνη στη χώρα μας ήταν, είναι και θα είναι ανεξάρτητη και μέχρι σήμερα έχει συμβάλει τα μέγιστα στη διαφύλαξη των ατομικών ελευθεριών και στην κοινωνική ειρήνη, όπως αυτό προκύπτει από πλήθος δικαστικών αποφάσεων».
Στην ανακοίνωση που υπογράφουν τα μέλη του Δ.Σ. της ΕΔΕ, Μαργαρίτα Στενιώτη, εφέτης, Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, πρόεδρος Πρωτοδικών, και ο Γρηγόρης Κομπολίτης, ειρηνοδίκης, επισημαίνουν ότι έχουν υποχρέωση να εκθέσουν τις απόψεις τους «εκ των υστέρων, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκαν εκ των προτέρων, όπως έπρεπε, και τις οποίες οι συνάδελφοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν», καθώς της πρόσφατης ανακοίνωσης του Γραφείου Τύπου της ΕΔΕ, «που αναπαρήχθη ως ανακοίνωση της Ενώσεως, ουδεμία ενημέρωσή μας προηγήθηκε και ουδέποτε ζητήθηκε η άποψή μας, αν και είμαστε εκλεγμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής».
Σημείο τριβής
Οι τρεις λειτουργοί της Θέμιδος, αναφερόμενοι στο ζήτημα των προαγωγών των ανώτατων δικαστικών λειτουργών στις θέσεις των προέδρου, αντιπροέδρου, εισαγγελέα κ.λπ. Ανωτάτων Δικαστηρίων, σημειώνουν ότι αυτό «αποτελεί, εδώ και δεκαετίες, σημείο τριβής και αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, εξαιτίας της γνωστής συνταγματικής διάταξης.
»Για τον λόγο αυτόν, η πάγια επί του θέματος άποψή μας είναι ότι, κατ’ αρχήν, η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων δεν χρειάζεται να παρεμβαίνει στην κομματική αυτή αντιπαράθεση και σε κάθε περίπτωση η όποια παρέμβασή της επί του θέματος θα πρέπει να βάλλει κατά αυτής της τακτικής των κομμάτων και όχι να ενισχύει μια κακώς εννοούμενη, διαχρονικά, πολιτική νοοτροπία περί “αρεστών” ή “μη αρεστών” ανώτατων δικαστικών λειτουργών.
»Η από 20-8-2018 ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΕΔΕ, κατά τον τρόπο που διατυπώθηκε, εξελήφθη από όλα τα μέσα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου ως δήλωση ομολογίας από την ίδια την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων περί ύπαρξης “αρεστών” στην εκάστοτε κυβέρνηση (αντιστρόφως και στην εκάστοτε αντιπολίτευση) δικαστικών λειτουργών, συμπέρασμα που διατυπώθηκε ευθέως στον πρόεδρο της Ενώσεως και από δημοσιογράφο ραδιοφωνικού σταθμού σε χθεσινή συνέντευξή του».
Διάκριση εξουσιών
Μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση των τριών μελών του Δ.Σ. της ΕΔΕ τονίζεται:
«…Θα πρέπει να αποτελεί διαρκή στόχευση για την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων και θα συνιστούσε πραγματική τομή σε μία μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση, πλήρως εναρμονισμένη με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και της ισοτιμίας αυτών, η πρόβλεψη περί κατάρτισης του Οργανισμού των Δικαστηρίων, στα ζητήματα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αποκλειστικά και μόνο από τη δικαστική εξουσία.
»Ο,τι συνιστά για τη νομοθετική εξουσία ο Κανονισμός, που θεσπίζεται από την Ολομέλεια αυτής και ρυθμίζει κυριαρχικά τα της εσωτερικής της λειτουργίας, συνιστά και ο Οργανισμός των Δικαστηρίων για την εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης», αναφέρεται ακόμη στην ανακοίνωση των Στενιώτη, Βουλγαρίδη και Κομπολίτη, που υπενθυμίζουν ότι «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αποτελεί μία απλή διακήρυξη πανηγυρικού τύπου σε ένα Σύνταγμα για να δικαιολογεί την ύπαρξη κράτους Δικαίου, αλλά αποτελεί συνταγματική διάταξη με ουσιαστικό περιεχόμενο, που θεσπίζει περαιτέρω υποχρέωση της συντεταγμένης – πολιτικής εξουσίας να υλοποιεί με συγκεκριμένο τρόπο σε θεσμικό επίπεδο αυτή τη θεμελιώδη συνταγματική επιταγή».