Κάψτε τους ζωντανούς φώναζαν οι φασίστες στην Λέσβο. Και δάκρυσαν οι πρόσφυγες του 22.
Το κτήνος μου είπες νάτο είναι μπροστά μας. Κι’ οι δικαστές δεν δέχονται ότι είναι φασίστες, ναζί, οι χρυσαυγίτες.
Όχι, θέλανε καιόμενα κορμιά να δουν μου είπες. Κι΄ύστερα ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια ενός παιδιού με σκούρο χρώμα. Ένα δάκρυ τρόμου, ένα δάκρυ σκέτη ανοιχτή πληγή.
Το σώμα σου καίει από το μίσος που σκορπούν οι φαιοχίτωνες. Πέρασες την φωτιά και έδωσες το στήθος να βυζάξει το μωρό που δεν ήξερε γιατί γύρω του υπήρχε δηλητήριο. Όχι, οι κουφοί και στεγνοί της Θέμιδος δεν είδαν τίποτε, δεν άκουσαν από την βία που ερχόταν.
Και βγήκαν τα παιδιά με τα μαύρα που τα λέγανε αλήτες και γίναν ασπίδα για τους κυνηγημένους του κόσμου. Και βγήκαν οι πρόσφυγες οι παλιοί να διώξουν το κακό από τον τόπο τους. Ο τόπος των προσφύγων είπες είναι άσυλο για πάντα, για όλους τους εξόριστους του κόσμου.
Νεκρά κύτταρα μιας άγριας μέρας, μιας πρόστυχης νύχτας, όχι ούτε τα βρωμερά κανάλια είδαν την βία, είδαν μονάχα αγανακτισμένους πολίτες. Αυτή η μανιέρα πόσο ψεύτικη είναι, πόσο άθλια κατασκευή είναι.
Σ’αγαπώ είπες ψιθυριστά σε εκείνον τον ξένο που μάζευε αποκαΐδια και παιδιά τρομαγμένα. Το βλέμμα του, πάντα το βλέμμα του, αλλά άσε σήμερα δεν μπορώ να σου πω γι’ αυτό.
Σήμερα είναι η οργή για τα φαιά τάγματα και την αφωνία της Θέμιδος. Σήμερα είναι μια μέρα κίτρινη από τον πυρετό, μαβιά ήδη έχει το χρώμα του θανάτου.
Ο πρόσφυγας μου είπες, όπου γης είναι αδελφός μου. Είναι αίμα από το αίμα μου, το ίδιο αίμα που κουβαλώ εντός μου, αυτό του ικέτη, του εξόριστου.
Μια Παναγιά θλιμμένη κατέβηκε από την Αγιάσο και πήρε μαζί της τα τρομαγμένα παιδιά. Μια Παναγιά, είπες, και κείνα τα μωρουδέλια ίδια ο χαμένος παράδεισος.
Θα τους διώξουμε τους φασίστες, θα τους διώξουμε.