Σε μια πλατεία στην κεντρική Ευρώπη. Μετά το μεσημέρι. Κρύο. Ένας πλανόδιος φτιάχνει τεράστιες σαπουνόφουσκες. Χρησιμοποιεί ακριβώς τα ίδια μέσα κάθε φορά, αλλά καθεμία τους βγαίνει διαφορετική: όλες ιριδίζουν και όλες είναι πανάλαφρες, μα άλλες ταξιδεύουν πιο ψηλά και πιο μακριά, άλλες γίνονται πιο μεγάλες, άλλες έχουν σχήμα ελλειπτικό ή και μακρόστενο και κάποιες ολοστρόγγυλο. Αν είχαν γλώσσα, σκέφτομαι, ίσως κάποιες θα ένιωθαν και θα δήλωναν μεγάλες και τρανές, έτσι όπως ξεπηδούν από το τίποτα και φτάνουν τόσο ψηλά.
Τα παιδιά γελούν δυνατά κυνηγώντας τες. Look, bubbles! Catch the bubbles. Αυτές,πριν διαλυθούν στον ουρανό, αλλά και πάλι απίστευτα κοντά στο έδαφος, περικλείουν για λίγο στην κοιλότητά τους το αιώνιο φόντο τους. Κι όταν λέω αιώνιο φόντο, εννοώ αυτά τα κτήρια τα τόσο στέρεα και βαριά εκεί πίσω, γεμάτα ιστορία, που δεν προέκυψαν κατά τύχη, μα σχεδιάστηκαν με προσοχή για να κρατήσουν, να κρατήσουν “για πάντα”, πολύ περισσότερο από τους δημιουργούς τους, πολύ περισσότερο από τους μονάρχες με την κληρονομική ηλιθιότητα που τα κατοίκησαν, τους ιερείς που τα γέμισαν με ελπίδες και τα μπούκωσαν με φόβους, τους τουρίστες που τα ανηφορίζουν σκαλοπάτι – σκαλοπάτι και τα φωτογραφίζουν με το εγώ σε πρώτο πλάνο.
Η αντίθεση αυτή -του εφήμερου της σαπουνόφουσκας μπροστά στο αιώνιο της αρχιτεκτονικής- με συναρπάζει. Και ξαφνικά, θαρρείς και δεν είμαι ήδη αρκετά μαγεμένη, έρχεται να βαθύνει το θέαμα η μουσική, όταν οι καμπάνες του ναού στα δεξιά μου αρχίζουν να ηχούν πατώντας πάνω σε ένα πεντάγραμμο που ο Μότσαρτ κέντησε νότα-νότα.
Μα στην πραγματικότητα, ακόμη και μέσα στην τόσο πληθωρική εκδήλωση αιωνιότητας, για εμένα είναι η στιγμή που κάνει τη διαφορά. Η στιγμή που τα πιτσιρίκια ανακαλύπτουν ότι μέσα στις νότες, στο κέντρο της πλατείας που δονείται από τις καμπάνες, απογειώνονται τεράστιες σαπουνόφουσκες. Η στιγμή που καταφέρνουν να αγγίξουν μία. Και κυρίως η στιγμή, που κατορθώνουν θαρρείς να την κρατήσουν στα ανοιχτά τους χέρια για κλάσματα του δευτερολέπτου, πριν σκάσει πιτσιλώντας τα προσωπάκια τους με σταγόνες νερού και τους γύρω τους με γέλια τρανταχτά.
Όποιον και αν έχω ρωτήσει, που να έχει περάσει τα 70, ένα πράγμα μου λέει κι ας χρησιμοποιεί άλλα λόγια: να κοντοστέκεσαι στο τώρα σου με όλο σου το είναι, κοίταζε μπροστά, κοίταζε ψηλά, αλλά μην ξεχνάς να παίζεις με τις σαπουνόφουσκες.
(Από το Facebook)