Παρασυρόμεθα πολλές φορές στις εκφράσεις μας κι έχει γίνει πια σαν τυποποιημένος κανόνας όταν μιλάμε για άλλες παλαιότερες εποχές να λέμε “ωραίες εποχές”. Οι γυναίκες ήταν ωραίες τότε. Πάντως, εγώ που έζησα αυτές τις “άλλες εποχές” δεν νομίζω πως τόσο η δική μου όσο και οι παλαιότερες είχαν κατακλυσθεί από ένα πλήθος καλλονών. Οταν η μητέρα μου ομιλούσε για κάποια “καλλονή” της δικής της εποχής, την οποία εθαύμαζε με το ψάθινο πίλημα χωμένο ως τα φρύδια, επρόκειτο σαφώς περί τέρατος και μακράν του να χαρακτηρισθεί αυτό το “πράμα” καλλονή. Οταν δε οικογενειακώς εθαυμάζετο η θεία μου η Κλεονίκη μετα “αλαβάστρινα στήθη της”, τα οποία ενεθύμιζαν τα ξεχειλίζοντα νερά του τότε νεότευτκου φράγματος του Μαραθώνος. Το φράγμα έπαιζε τον ρόλο του στηθόδεσμου της θείας Κλεονίκης, την οποία εγώ κατέτασσα εις την κατηγορία των …λευκών ελεφάντων.
Θα ήτο έγκλημα να αφήσω ασχολίαστα τα θαλάσσια “Μπαιν Μιξ” με τα μάλλινα ολόσωμα μαγιό ξεχειλωμένα από την εκ των έσω πίεσην των πληρωρικών σακρών των καλλονών της “παλαιάς ωραίας εποχής”.
Οπότε ας έλθομεν στην δική μου τουλάχιστον εποχή, η οποία, αν και παλαιότερη από την σημερινή, μπορεί να συγκριθεί μαζί της χωρίς αμφισβήτηση. Η εποχή αυτή είχε εξελιχθεί και μαζί της είχε εξελιχθεί και το γυναικείο σώμα. Γεγονός είναι ότι τόσο οι προπολεμικές όσο και οι μεταπολεμικές γυναίκες της Αθήνας ήσαν πλέον κομψές. Κομψότερες μάλιστα από σήμερα. Μην ξεχνάμε πως εξοδεύοντο περιουσίες τότε για το ντύσιμο των κομψών γυναικών. Και ασφαλώς δεν μπορεί να συγκριθεί με την σημερινή προχειρότητα της μαζικής παραγωγής και επί το ευγενέστερον γαλλικά “pret a porter”. Ο κόσμος έβγαινε τα βράδια ντυμένος και όταν λέμε ντυμένος μιλάμε για μακριές πανάκριβες τουαλέτες, για δε τους άνδρες σμόκιν και φράκο αναλόγως. Οπότε αμέσως από το ντύσιμο και μόνο, το περιβάλλον, οι χώροι στους οποίους διασκέδαζαν οι άνθρωποι διέθεταν φοβερή πολυτέλεια με δυνατούς φωτισμούς, όπου η ομορφιά γινόταν εμφανέστερη. Πρέπει όμως να δεχθούμε πως οι γυναίκες της προηγούμενης εποχής είχαν μία διαφορετική προσωπικότητα από την σημερινή μαζική παρουσία ωραίων κοριτσιών χωρίς καμμία ιδιαίτερη ισχυρή προσωπικότητα.
Οι ωραίες της εποχής εκείνης είχαν συνδέσει την ανάμνηση της ομορφιάς τους με την πολύπλευρη εκείνη προσωπικότητα από την οποία δεν έλειπε οπύτε η εξυπνάδα, ούτε το χιούμορ από την διασκεδαστική πλευρά του χαρακτήρος των. Για τις πιο παλαιές της δικής μου γενιάς αναφέρω: “Μελίνα Μερκούρη, Λόλα Τσουκάτου, Μαίρη Μπενάκη, Μαίρη Πεσκετζή, Νάντα Παπαδοπούλου – Ζαλοκώστα”. Οι δε ωραίες γυναίκες συνυπήρχαν με τις “ωραίες εποχές”. Οταν η Νάντια Ρηζ έμπαινε σε μία δεξίωση ή σε ένα κέντρο, δεν υπήρχε περίπτωση άνθρωπος να να κοιτάξει οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό το σπάνιας ομορφιάς πλάσμα. Την ατμόσφαιρα εκείνη του γλεντιού και της διασκέδασης την δημιουργούσαν, να όχι πιο πολύ, εξίσου και οι άνδρες. Υπήρχαν άνδρες που εθεωρούντο πραγματικοί γλεντζέδες. Οι άνδρες είχαν τον δικό τους τρόπο να διασκεδάζουν. Ούτε έσπαγαν, ούτε χόρευαν φωνάζοντας “όπα – όπα”, ούτε πέταγαν τα κοφίνια με τις γαρδένιες, όπως πετάνε οι μανάβηδες τα καφάσια με τα ζαρζαβατικά. Οι ορχήστρες είχαν βιολιά. Τα επέβαλλε ο ρομαντισμός της εποχής. Και όταν εστέγαζες στο θεωρείο σου μία καλλονή της εποχής, εφώναζες τα βιολιά να ‘ρθουν να κλάψουν στο τραπέζι σου δίπλα στο αυτί σου.
Αντίθετη προς την μελωδική ατμόσφαιρα ήταν η ατμόσφαιρα της αποκριάς. Απόκριες στην “Αθηναία” και ειδικά γύρω στο 1950, τότε που ήταν εδώ μία καταπληκτική βραζιλιάνικη ορχήστρα του “Φον Φον”, ήταν κάτι που δεν νομίζω να γινόταν σε άλλο μέρος της γης. Το τέλος της Αποκριάς ήταν ένα τρελό πανηγύρι που συνεχιζόταν κάθε βράδυ μέχρι τις πρωινές ώρες.
Ενδυματολογικώς ξεκινούσε από φράκο, προχωρούσε στα “ντόμινα” με μάσκα και τελείωνε σε πάσης φύσεως πανάκριβες γυναικείες τουαλέτες που κόστιζαν μία περιουσία. Ιδιαίτερα τώρα, οι μάσκες δημιουργούσαν περίεργες καταστάσεις που φθάνανε μέχρι την γκαρσονιέρα, διότι οι κύριοι τηρούσαν την υπόσχεση ότι δεν θα βγάλουν την μάσκα της κυρίας.
Οταν επιστρέφαμε στην “Αθηναία”, κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί μεταξύ μας, διότι οι μάσκες συνεχίζοντο μέχρι πρωίας.
Υπήρχε κι εκείνο το γαλατάδικο η “Γαλλία”, χαμηλά στην Σταδίου. Εκεί καταλήγαμε για αυγά και μακαρονάδες. Ουδέποτε γαλατάδικο είχε δει τόσα φράκα και μακριές τουαλέτες. Και εκεί συνυπήρχαμε με τους ανθρώπους του μόχθου που έπιναν τον καφέ τους πριν πάνε στις δουλειές τους. Καλοί, ευγενικοί, ακόμα και χαρούμενοι κι ας μην μπορούσαν να γλεντήσουν με τον ίδιο ακριβό τρόπο. Ευτυχώς τότε το σημερινό ταξικό μίσος ήταν ανύπαρκτο. Σήμερα οι Νεοέλληνες βασανίζονται από την ανωνυμία τους, τα συμπλέγματα και την έλλειψη προσωπικότητος, εκτός εάν τυγχάνουν απόγονοι ευφυών προγόνων.
Από την εφημερίδα “Εστία”, αρ. φύλλου 40355