Με… αηδία… δυστυχώς να σε μοιράζομαι!
O Λουκάς με το που γύρισε από τις Βρυξέλλες ένιωθε μιά γενική αηδία. Είχε πει τόσα πολλά ψέματα, μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα και είχε αναγκαστεί να χαιρετήσει τόσους αντιπαθητικούς, σνομπ ευρωπαίους…!
Αυτός ένας συνταξιούχος τραπεζίτης, που στο κάτω – κάτω ποτέ μέχρι τώρα, ούτε κάτι παραπάνω από τα ξύλινα λόγια, των παγερών αριθμών έλεγε, ούτε καμιά αδερφάρα ποτέ του δεν έγλυψε σε Φρανκφούρτη, Παρίσι ή Νέα Υόρκη!
Από μέρες, μιάς και έρχονταν οι Απόκριες, του είχε μπει η ιδέα στο Δεσφινιώτικο κεφάλι, να πάει γιά λίγο στο σπίτι του, το Παπαδημαίικο, στο χωριό.
Να χέσει και τον Σαμαρά, πατόκορφα που κάθε μέρα του ζάλιζε τον πούτσο, παρακαλώντας τον γιά Εκλογές…, λες και τον ένοιαζε τον Λουκά!
Να απαλλαγεί και από τον Βαγγέλα, που του είχε γίνει στενός κορσές, ο βρωμιάρης ο λίγδας ο χοντρός…, αλλά κυρίως να τα βρει με τον εαυτό του, γιατί το χαμαλίκι του Πρωθυπουργού δεν του πήγαινε!
Ολοένα ένιωθε και πιό άβολα, άσε που στα αυτιά του άκουγε και τα χαιρετίσματα του Καρατζαφέρη… που την έκανε… την τελευταία στιγμή, αφήνοντας τον ο Γιώργος – (ο γάτος), μόνον με τα κολλεγιόπαιδα! Τα μαλακισμένα… τα κακομαθημένα που από μικρά παίζαν τους πρωθυπουργούς…, όπως εύστοχα έλεγε!
Αφήνω πίσω μου συντρίμια, αρρωστημένους και αγρίμια…
Η πρωθυπουργική λιμουζίνα, συνοδεία άλλων δύο αυτοκινήτων, πέρναγε σαν σφαίρα τα φανάρια της Κηφισιάς… που δεν είναι πιά φανάρια!
Ο Λουκάς αποφασισμένος, δεν δυσκολεύτηκε να πείσει την Σάνα να πάνε γιά το τριήμερο στη Δεσφίνα. Θα παίρναν και καλό κρασί και παξιμάδια που τόσο τους άρεσαν! Παιδιά σκυλιά δεν είχανε… όπου ο βλάχος εκεί και το ραβδί του, όπως χαριτωμένα έλεγε…
Αυτό όμως που έβλεπε, κατά την διαδρομή, δεν του άρεσε καθόλου. Δεξιά – αριστερά, στο Μπογιάτι, τα Οινόφυτα, τη Θήβα… παντού εγκατελλημένα κτίρια. Τεράστια εργοστάσια παρατημένα. Ρημαγμένες βιοτεχνίες, παλιά αυτοκίνητα στον δρόμο, λασπουριά και γκρίζο τοπίο.
Δεν είναι τοπίο ελληνικό αυτό…. Βόρεια Ευρώπη θύμιζε με την ομίχλη της και την μελαγχολία!
Στον δρόμο τον κάλεσε και ο Γιωργάκης. Τι παπαριές… του έλεγε αυτός ο άνθρωπος…, όλο τον ρώταγε οικονομικούς όρους, ονόματα τραπεζιτών της Ζυρίχης και του Σίτι, χρηματιστών στη Ν. Υόρκη κ.α. Τάχα θα έκανε κάτι καλό, είχε μιά ωραία ιδέα, να μάθει προς όφελος της χώρας και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς… αλλά ο Λουκάς ήξερε καλά πως πίσω από όλα αυτά κρυβόταν ο Νίκος. Αυτός ο τσόγλανος, όπως τον αποκάλεσε ο Καμμένος… Α! να αγιάσει το στόμα του – έλεγε ο Λουκάς.
Νύχτωσε και απόβραδο και… βαζελίνη!
Νύχτωνε σιγά – σιγά πάνω, στα ρουμελιώτικα βουνά. Το ταξίδι προς τη Δεσφίνα είχε μετατραπεί σε ταξίδι στον χρόνο.
Θες η μιζέρια της ελληνικής επαρχίας, η γενική αηδία που μέρες τώρα ένιωθε ο πρωθυπουργός, το τραπεζοχλαπάτσας που διάβασε στο facebook όπως τον αποκαλούσε ο Χάρυ Κλίν, όλα αυτά συν οι αιμοροίδες… τον κάναν τον Λουκά να το έχει μετανιώσει που ξεβολεύτηκε από τη σπιταρόνα του, στη Στρατηγού Καλλάρη, στο Παλαιό Ψυχικό!
Από την άλλη, ήθελε να ξαναπάει στο πατρικό του, να θυμηθεί τον πατέρα του, τον Δημήτρη, να δει το σπίτι που κάθε καλοκαίρι παραθέριζαν, που γιόρταζαν το Πάσχα, μαζί με την μάνα του, την Κατερίνα. Μοναχογιός και το σπίτι κλειστό χρόνια!
Φτάνοντας βρήκαν το τζάκι αναμμένο, τα πάντα καθαρά και μιά γαλήνη έξω και μέσα στο σπίτι.
Ο κόσμος όμως… το κλίμα ήταν σχεδόν πένθιμο! Γέροι αγέλαστοι, νέοι αγριεμένοι, παιδιά να κλαίνε σπαρακτικά!
– Τι συμβαίνει ; Ρώτησε χαμηλόφωνα, ο Λουκάς, τα ξαδέρφια του…
– Να ξάδερφε… ο κόσμος δυστυχεί! Τα μέτρα είναι αβάσταχτα! (Απάντησε ο Μπάμπης).
– Τα χαράτσια Λουκά, δεν μπορούμε… δεν βγαίνουμε… (Συμπλήρωσε ο Θύμιος)
– Οι συντάξεις μας… πάνε! Το πετρέλαιο πανάκριβο και φέτος ο Χειμώνας βαρύς… (Ψέλλισε η Παναγιώτα).
Ο Λουκάς μούδιασε. Ήθελε να τους δώσει κάτι γλυκά που είχε γι΄αυτούς από το Pastry Family… αλλά εδώ οι άνθρωποι χρειάζονταν άλλη βοήθεια…
Ο Λουκάς μας… η μαμή!
-Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα. Ένας άνδρας της φρουράς του λέει με τρόπο πως επειγόντως έξω τον ζητούν. Θέλουν την βοηθειά του. Ο Λουκάς δεν διστάζει, βγαίνει και αντικρίζει ένα παλικάρι με την γυναίκα του ετοιμόγεννη στο λασπωμένο τους αγροτικό αυτοκίνητο.
-Κύριε Λουκά, σε παρακαλώ βοήθα μας…
-Τι έγινε βρε παιδιά ;
-H γυναίκα μου γεννάει νωρίτερα και στην Άμφισσα δεν υπάρχει γιατρός!
Είχαν περάσει μόνο δυό ώρες από τότε που πήγε στη Δεσφίνα. Και τώρα, μαζί με συγχωριανούς του μπαίναν στην Άμφισσα…
– Θα τους δείξω εγώ, έλεγε! Τι δεν υπάρχει Κράτος ;
Στο Νοσοκομείο βρήκε μόνο κάτι γιατρουδάκια που έκαναν ειδικότητα και με το που είδαν ξαφνικά μπροστά τους περιστατικό και τον Πρωθυπουργό τα έχασαν… Πιό χρήσιμες στάθηκαν οι νοσοκόμες!
Η περίπτωση δύσκολη και τους έστειλαν στο Ρίο της Πάτρας. Ο Λουκάς διέταξε να τους περιμένει εκεί ο διευθυντής της Μαιευτικής του Νοσοκομείου και τους ευχήθηκε καλή τύχη.
Κατευθύνθηκε στη συνέχεια συγκλονισμένος προς την κεντρική πλατεία της πόλης. Ήθελε να πάρει κάτι γιά φαγητό… και μετά να γυρίσει στο χωριό.
Η κ. Ίνγραμ – Παπαδήμου, τον κάλεσε στο κινητό. – Να γυρίσεις… δεν θέλω τίποτα, του είπε. Αλλά αυτός σαν να ήθελε να δει τον κόσμο, να ανιχνεύσει τις προθέσεις του. Να πάρει μιά εικόνα από την πραγματικότητα των ανθρώπων. Στην πραγματική Ελλάδα και όχι αυτή του Ψυχικού.
Την ψεύτικη εικόνα της κοινωνίας, που του μετέφερε ο γειτονάς του, ο κόλακας ο Ρέππας. Ο αυλικός ο Αρκάς, που τάχα τον πρότεινε και για Πρωθυπουργό και γι΄αυτό έπρεπε να του έχει μεγάλη εκτίμηση…!
Ενθάδε κείται ο μπατήρης ο Λουκάς…
Στην Άμφισσα, το αποψινό Σάββατο πριν την Κυριακή της Αποκριάς έχουν μιά μαγική γιορτή. Την Νύχτα των Στοιχειών. Την νύχτα που τα φαντάσματα της πόλης τριγυρνούν ελεύθερα, φοβίζουν και στοιχειώνουν τους ανθρώπους. Μιά μοναδική, τρομαχτική γιορτή που ακροβατεί μεταξύ παράδοσης και υποσυνείδητου. Μεταξύ πανηγυριού και τρόμου.
Δυστυχώς αυτή τη νύχτα διάλεξε ο Δεσφινιώτης Λουκάς να βρεθεί στην κοντινή πόλη της Άμφισσας.
Το αυτοκίνητο, ένα υπηρεσιακό της Ασφάλειας Υψηλών Προσώπων, δεν μπορεί να περάσει στον δρόμο.
Ο κόσμος έχει ξεχυθεί ντυμένος με τομάρια ζώων, κέρατα και κουδούνια. Μάσκες απόκοσμες αλυσίδες και κρόταλα.
Παντού καπνοί, ήχοι τρομακτικοί και δέσμες φώτων από γύρω κτίρια να τρυπούν την συσκοτισμένη πόλη.
Ο Λουκάς κατέβηκε από το αυτοκίνητο και συνοδεία του αστυνομικού του προσπαθεί να περπατήσει τα 100 μέτρα που τον χωρίζουν έως το ταβερνάκι.
Εκεί του είπαν κάτι πιτσιρικάδες πως θα βρει κοκορέτσι και σπληνάντερο. Γαβριάδες που τον πέρασαν γιά μασκαρά!
-Ο Παπαδήμος φωνάζουν… Αχαχαχαχαχαχαχα! Και συνάμα τον κράζουν γιά τα καλά!
Ο Λουκάς αμέσως καταλαβαίνει πως έχε κάνει λάθος. Ο κόσμος τα πρόσωπα, τα βλέματα… όλα τον καρφώνουν, όλα τον σκοτώνουν…
-Εδώ δεν είναι ο τόπος σου Παπαδήμοοοοοο! – Να χαθείς κωλόγερεεεεεε! – Ουουουουουουουου! – Μασκαράάάάάάάάά! – Στα τσακίδιααααααααα!
Άκουγε και τα πόδια του λυγίζανε, καταιδρωμένος μέτραγε τα βηματά του, ανέκφραστος και κίτρινος από τον φόβο του…
Όλοι δε, τον βλέπουν ως μασκαρεμένο…κανένας δεν φαντάζεται πως είναι ο Πρωθυπουργός, παρ΄όλα αυτά τον λιντσάρουν και σε λίγο προσπαθούν και να τον αγγίξουν…
Ο φρουρός του τον έπιασε από το μπράτσο…
-Κύριε Πρόεδρε, του λέει… πάμε πίσω. Εδώ υπάρχει πρόβλημα… Αλλά ο Λουκάς δεν ακούει… είναι αλλού. Σαν να ζητά την εξιλέωση. Την θυσία.
Τα χέρια πιά του κόσμου είναι επάνω του, ο αστυνομικός ωρείεται στο κινητό. Το πλήθος μεγαλώνει γύρω τους… Φασαρία.Χειρονομίες και ξαφνικά… κάποιοι τους σπρώχνουν. Ο Λουκάς πέφτει μες το σκοτάδι.
Οι ελεύθεροι και ωραίοι ζουν σε κάτι φυλακές…
Αυτό ήταν…, σκέφτεται και ενστικτωδώς καλύπτει το κεφάλι του με τα δυό του τα χέρια.
Μετά σιγή. Δεν καταλαβαίνει που πραγματικά είναι. Δεν νιώθει να πονά. Μόνο ένα πορτοκαλί φωτάκι αναβοσβήνει κάπου μακριά. Δειλα – δειλά ανοίγει τα μάτια του, απλώνει τα χέρια του, φορά τα γυαλιά.
Είναι ο συναγερμός του υπνοδωματίου του Μετά σηκώνεται από το κρεβάτι. Τρέμει… Όνειρο ήταν σκέφτεται, πάει και κάθεται στο γραφείο του, στο διπλανό δωμάτιο. Χωρίς φως συλλογιέται καθισμένος στον chesterfield καναπέ του. Σηκώνει λίγο τις κουρτίνες ρόμαν, κοιτάει απέναντι.
Και εκεί φως… Είναι τρείς παρά και μιά φιγούρα τον κοιτά. Του κάνει και νεύμα… Ο Ρέππας, σκέπτεται… κι αυτός δεν κοιμάται. Και αυτός δεν τολμά να πάει στο χωριό του, το Λεωνίδιο!
*Το παρόν δεν έχει σχέση με πρόσωπα και καταστάσεις. Είναι προιόν φαντασίας και οινοποσίας και δεν αταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η οποία είναι πολύ πιό σκληρή και χυδαία. Τα πρόσωπα είναι φανταστικά, νομίζω, και όλα αυτά, τέλος πάντων, όπως μου είπε και ο δικηγόρος μου… είναι μιά πνευματική αηδία, συγνώμη ποητική αδεία!
http://antignomia.blogspot.com