Αν συνοψίσουμε σε μια μόνο εικόνα το φετινό κρατικό προϋπολογισμό, αυτή θα αφορά τις νέες ρυθμίσεις για τα φορολογικά έσοδα: από 1.1.2011 αυξάνει ο χαμηλός συντελεστής του ΦΠΑ για τα είδη πρώτης ανάγκης, ενώ μειώνονται τα τέλη ταξινόμησης για νέα ΙΧ: ηθικό δίδαγμα είναι να περιορίσουμε τις αγορές ειδών πρώτης ανάγκης και να αγοράσουμε νέο αυτοκίνητο. Ακόμη και βυθισμένη στην κρίση, η Ελλάδα εξακολουθεί να αιμοδοτεί με παράλογους τρόπους τις οικονομίες άλλων χωρών.
Για τους Οικολόγους Πράσινους, πρόκειται για προϋπολογισμό τυφλών και βεβιασμένων περικοπών, με υποβάθμιση των δημόσιων αγαθών και βίαιη επιδείνωση των όρων ζωής για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, με άρνηση του ρόλου της φορολογίας ως εργαλείου αναδιανομής και αναπροσανατολισμού της οικονομίας, απροθυμία για σύγκρουση με τη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή, αδιαφορία για την περιβαλλοντική διάσταση της δημοσιονομικής πολιτικής, με ολοκληρωτική απουσία συγκροτημένου σχεδίου εξόδου από την κρίση και με παθητική υποταγή στις διαθέσεις των πιστωτών.
Ενόψει της συζήτησης στη Βουλή, ο εκπρόσωπος Τύπου των Οικολόγων Πράσινων Γιάννης Παρασκευόπουλος δήλωσε:
«Ο προϋπολογισμός δείχνει ανάγλυφα ότι η κυβέρνηση σηκώνει τα χέρια ψηλά απέναντι στους πιστωτές και εγκαταλείπει τη χώρα στο έλεος της κρίσης. Αντί για τυφλή εφαρμογή συνταγών ύφεσης που έχουν αποτύχει σε δεκάδες χώρες, είναι ώρα να αντιληφθούμε ότι η χώρα χρειάζεται επειγόντως αυτό που το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να προσφέρει: ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διεξόδου, με ταυτόχρονες απαντήσεις για την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση».
Η Εκτελεστική Γραμματεία των Οικολόγων Πράσινων
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ:
Επισήμως ο προϋπολογισμός δίνει προτεραιότητα στη σταθεροποίηση του χρέους, προκειμένου από το 2012 να αντιστραφεί η πτωτική τάση της οικονομίας. Για το 2011 προεξοφλεί συνέχιση της ύφεσης, εκτεταμένη ανεργία, αλλά και μια αβέβαιη συγκράτηση του πληθωρισμού. Εγκαταλείπει λοιπόν κάθε σκέψη για επαρκείς δημόσιους πόρους που να επενδυθούν σε παρεμβάσεις διεξόδου από την κρίση, και εστιάζει σε τυφλή και βεβιασμένη περικοπή δημόσιων δαπανών.
Οι δημόσιες επενδύσεις περικόπτονται κι άλλο, χωρίς μάλιστα να αναπροσανατολίζονται σε θετικότερες κατευθύνσεις όσες απομένουν. Οι δαπάνες για το περιβάλλον περιορίζονται στο 0,01% του προϋπολογισμού, με μείωση 28% σε σχέση με το 2010 και 33,5% σε σχέση με το 2009, επί κ. Σουφλιά.
Οι αλλαγές στο δημόσιο τομέα δε σχεδιάζονται με κριτήρια εξυγίανσης, αποδοτικότητας και καλύτερων υπηρεσιών, αλλά με όρους χρεοκοπίας του κράτους απέναντι στους πολίτες του. Αποτέλεσμα είναι τα δημόσια αγαθά να υποβαθμίζονται κι άλλο, συμπιέζοντας το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ανάμεσα στη μείωση της αγοραστικής δύναμης και στην περαιτέρω συρρίκνωση του όποιου στρεβλού κοινωνικού κράτους. Στις συνθήκες αυτές τα εισοδήματα των πλουσιότερων χάνουν απλώς τα κέρδη των τελευταίων 5-10 χρόνων, ενώ το μέσο νοικοκυριό γυρίζει δεκαετίες πίσω.
Η φορολογία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πηγή εσόδων, παραβλέποντας πλήρως τη σημασία της ως εργαλείου αναδιανομής πλούτου και ως μηχανισμού για ενθάρρυνση ή να αποθάρρυνση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο. Η απουσία προβλέψεων για αυξημένα έσοδα από άμεσους φόρους δεν αποτυπώνει μόνο τις επιπτώσεις της ύφεσης στην οικονομία και την εμπειρία από τη μεγάλη υστέρηση εσόδων του 2010, αλλά και την απουσία πολιτικής βούλησης για σύγκρουση με το μαύρο χρήμα της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς: οι σχετικές επιλογές της κυβέρνησης έχουν ήδη φανεί με ρυθμίσεις όπως η περαίωση, η παράκαμψη του «πόθεν έσχες» για την αγορά πρώτης κατοικίας, αλλά και η συζήτηση για διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών ύψους 24 δις ευρώ. Στοιχεία του ίδιου του ΣΕΒ εκτιμούν τη φοροδιαφυγή στα 30 δις σε ετήσια βάση.
Για τα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας ο προϋπολογισμός σηκώνει τα χέρια ψηλά, λειτουργώντας τελικά ως πολλαπλασιαστής της ύφεσης. Ακολουθείται τυφλά η κλασσική συνταγή του Δ.Ν.Τ., που επιβάλλει περικοπές και εκτεταμένη ύφεση ως μέσο που θα ανοίξει το δρόμο για ανάκαμψη μέσω εκτεταμένων ξένων επενδύσεων. Η εμπειρία όμως δεκάδων χωρών δείχνει ότι τέτοιες συνταγές έχουν τουλάχιστον αμφίβολα αποτελέσματα στην οικονομία, ενώ δυναμιτίζουν σε μόνιμη βάση την κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Στο πλαίσιο του Μνημονίου, η κυβέρνηση επιχειρεί να λύσει τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας με υποτίμηση της εργασίας και με υπονόμευση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, όμως αυτό στην καλύτερη περίπτωση θα μας κάνει χώρα υποδοχής επενδύσεων που δεν είναι αλλού επιθυμητές. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις τέτοιες επενδύσεις οδηγούν την οικονομία προς τα πίσω, καθώς καταστρέφουν περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες δημιουργούν.
Ο προϋπολογισμός αποτυπώνει, τέλος, την απόλυτη αδυναμία της κυβέρνησης να συνειδητοποιήσει την παράλληλη κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση της κρίσης, και την ανάγκη για απαντήσεις που να μην εξαντλούνται σε μια μόνο από τις όψεις αυτές, επιδεινώνοντας τις άλλες δύο και ανακυκλώνοντας τελικά την κρίση. Αυτό που λείπει είναι ένα σχέδιο για το πώς θέλουμε να είναι η οικονομία όταν βγούμε από την κρίση και το πώς θα συμφιλιωθεί η οικονομική διάσταση με την κοινωνική συνοχή και το περιβάλλον. Χωρίς ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο, που θα στηρίζει την ευημερία λιγότερο στην αγοραστική δύναμη και περισσότερο στην αναβάθμιση των συλλογικών αγαθών, η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται στην κρίση χωρίς πυξίδα.
Η Εκτελεστική Γραμματεία των Οικολόγων Πράσινων
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.