Την μεγαλύτερη σημασία στην πολιτική δεν πρέπει να την δίνουμε σε αυτούς που κυβερνούν αλλά σε αυτούς που ελέγχουν αυτούς που κυβερνούν. Με την έννοια αυτή την μεγαλύτερη σημασία στην πολιτική σκηνή μίας χώρας δε την έχει το κόμμα της Κυβέρνησης αλλά αυτό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και απέναντι από όλα αυτά ο δημοσιογραφικός κόσμος της χώρας καθώς αν τα δύο τελευταία δεν λειτουργούν με υγιείς συνθήκες είναι μοιραίο το κόμμα της Κυβέρνησης να πάρει λάθος δρόμο. Στην Ελλάδα δυστυχώς το πρόβλημα δεν ήταν τα όποια κόμματα εξουσίας (ούτως ή άλλως η εξουσία διαφθείρει και όποιο κόμμα και αν διοικεί με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται νομοτελειακά) αλλά η ανυπαρξία ελέγχου των εξουσιαστών τόσο διά μίας υγιούς αντιπολίτευσης, όσο και μέσω ενός υγιούς δημοσιογραφικού κόσμου. Ατυχήσαμε όμως καθώς τόσες δεκαετίες τα κόμματα είχαν δημιουργήσει ένα άθλιο “καρτέλ” και έτσι όποιο και αν βρισκόταν στην εξουσία, φρόντιζε να εξυπηρετεί και τα συμφέροντα των μελών της αντιπολίτευσης με αντάλλαγμα την σιωπή και τα ίδια ακριβώς ή και χειρότερα έκαναν τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι οι οποίοι πλήρως εξαγορασμένοι από τα “τσακάλια” της εξουσίας, λειτουργούσαν περισσότερο σαν καθεστωτικοί φύλακες των συμφερόντων των αφεντικών τους.
Με όλα αυτά κατά νου νομίζω, ακόμη και εμάς που ποτέ δεν είχαμε την παραμικρή σχέση με καθεστωτικά κόμματα και τις πολιτικές τους, πόσο μάλλον με την Νέα Δημοκρατία των κουμπάρων, των βαρόνων, των σκανδάλων και του τρισάθλιου κρατισμού, θα έπρεπε να μας απασχολεί η διαδικασία της ανάδειξης αρχηγού στο “γαλάζιο” κόμμα. Ιδιαίτερα σήμερα που με αυτούς τους δύο υποψηφίους αναμετρούνται το παλιό με την ανανέωση, η καμαρίλα με την αμφισβήτηση, οι βαρόνοι με τους υγιείς πολίτες, οι κλίκες με τους ψηφοφόρους, η κάλπη με τον σκοτεινό κομματικό μηχανισμό. Εχει λοιπόν μεγάλη σημασία το γεγονός πως υποψήφιος στην δεύτερη Κυριακή βρέθηκε να είναι ένας ο οποίος τόλμησε να αμφισβητήσει ακόμη και την ίδια του την οικογένεια, στα πολιτικά συμφέροντα της οποίας πήγε εντελώς κόντρα. Ε λοιπόν σε αυτό τον άνθρωπο να μην δώσουμε την δέουσα σημασία;
Η αλήθεια είναι πως, στην παρούσα φάση, τα εσωκομματικά δρώμενα στο “γαλάζιο” κόμμα, στο κόμμα του κρατισμού, των ρουσφετιών και της διαφθοράς (όμοιο με όλα τα άλλα τα καθεστωτικά) καθόλου προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν. Για μένα, καλό θα ήταν, όλα αυτά τα κόμματα μαζί με όσους τα συγκροτούν, αύριο το πρωί με κάποιον μαγικό τρόπο να είχαν εξαφανιστεί διά παντός από την πολιτική και γενικώς την δημόσια ζωή του τόπου μας. Δεν μπορώ όμως να μείνω ασυγκίνητος στην πιθανότητα, σε λίγο καιρό να είναι πιθανός αρχηγός αντιπολίτευσης και πιθανός πρωθυπουργός ένας πολιτικός που θα προσπαθούσε να περάσει δίκαιες πολιτικές για να αποκαταστήσει τα εγκλήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από όλες τις μεταμνημονιακές κυβερνήσεις εις βάρος του ιδιωτικού τομέα για να σώσουν τα ρουσφέτια τους.
Με όλο λοιπόν το θράσος που με διακρίνει, η άποψή μου είναι πως αν η Νέα Δημοκρατία αυτή την Κυριακή δεν καταφέρει να εκλέξει για πρόεδρό της τον Κυριάκο Μητσοτάκη, θα κατρακυλήσει ξανά στην ανυπαρξία και στην ανυποληψία και θα ξαναγίνει αυτό που ήταν εδώ και χρόνια: ανάξια της προσοχής μας και άξια μόνο της περιφρόνησής μας. Και στην περίπτωση αυτή, το καλύτερο θα ήταν να έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ ώστε και τα δύο αυτά απομεινάρια του μεταπολιτευτικού “τίποτα” να αποτελέσουν οριστικά παρελθόν, τουλάχιστον ως όνομα. Αν όμως μέσα στα “γαλάζια” στελέχη έχει απομείνει δράμι τσίπας και κοινής λογικής όσο και αγάπης για τον τόπο τους, κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να δώσουν αγώνα ώστε να φέρουν έναν προασπιστή των συμφερόντων του ιδιωτικού τομέα στην αρχηγία. Και αυτό δεν είναι μομφή για τον φίλο Βαγγέλα που συμπαθέστατος είναι όμως πολιτικός ποτέ δεν υπήρξε και το έχει αποδείξει δεκαετίες τώρα με το να έχει τις κομματικές του περγαμηνές ως “ταβάνι” και να βολεύεται μόνο με αυτές. Υπάρχει λοιπόν μία ιστορική ευκαιρία και για το κόμμα αυτό και για το ελληνικό πολιτικό σκηνικό να αλλάξει κάτι εκ των έσω. Να τα παραδώσουμε όλα στα αφεντικά και στους βαρόνους και να την χάσουμε;
Σωτήρης Μπουζάρας