breaking news

ΠΑΣΧΕΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Φεβρουάριος 5th, 2018 | by rodopinews
ΠΑΣΧΕΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
ΠΑΡΑ-ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ & ΑΛΛΑ
0

«Και οι κρίνοντες κρίνονται» είναι η φράση κλισέ που τόσο πολύ ακούγεται, όταν κατά καιρούς μια δικαστική απόφαση είτε προσβάλλει το κοινό περί δικαίου αίσθημα και την κοινή λογική είτε αδικεί καταφανώς έναν απλό πολίτη.

Συχνά δε η έκφραση αυτή ακούγεται και όταν η… απροθυμία των δικαστικών λειτουργών κρατάει επί χρόνια μεγάλες υποθέσεις στα συρτάρια χωρίς να φτάνουν σε βουλεύματα.

Ποια είναι όμως η ουσία τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον έλεγχο και την προσοχή που δίνουν οι ίδιοι οι δικαστές, όταν καλούνται να ελέγξουν τους συναδέλφους τους στη βάση συγκεκριμένων καταγγελιών ή αναφορών που φτάνουν στα χέρια τους;

Δυστυχώς, όπως ομολογούν ανώτατοι δικαστικοί, πολύ σπάνια διενεργείται παρόμοιος έλεγχος. Οι αιτίες είναι πολλές και, κυρίως, ο μεγάλος φόρτος εργασίας, αλλά συχνά και μια κακώς εννοούμενη συναδελφική (συντεχνιακή) αλληλεγγύη.

Η παραδοσιακή αυτή ακαμψία, που παρατηρείται και σε υποθέσεις αναφορών κακοδικίας, φαίνεται να συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Στην εφημερίδα απευθύνθηκε πολίτης, που στο μεταξύ έχει καταθέσει αναφορά στην Επιθεώρηση Δικαστηρίων, εκθέτοντας αναλυτικά τις ενστάσεις του για τη νομική ορθότητα του σκεπτικού μιας δικαστικής απόφασης που τον αφορά.

Οπως μας δήλωσε ο ίδιος, η αδιαφορία και η έλλειψη ανταπόκρισης και ελέγχου παρόμοιων αναφορών τον οδήγησαν τελικά στην επιλογή να τη δημοσιοποιήσει.

Αναφορά χωρίς ανταπόκριση

Η αναφορά του «Χ» εστάλη στις 26.10.2017 στο τμήμα Επιθεώρησης, Πειθαρχικού και Νομολογίας του Αρείου Πάγου, ενώ έκτοτε η τύχη της αγνοείται.

Ο καταγγέλλων ζητάει να ελεγχθεί για την αθωωτική του απόφαση το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων. Πρόεδρος του συγκεκριμένου δικαστηρίου ήταν ο γ.γ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Ν. Σαλάτας.

Με τη συγκεκριμένη απόφαση, το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο δικηγόρο «Ψ», τόσο για το αδίκημα της κατ’ εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφήμησης όσο και για τα αδικήματα της απλής δυσφήμισης και εξύβρισης, παρά την αντίθετη πρόταση της εισαγγελέως Ε. Καράλη.

Με δυο λόγια, η υπόθεση αυτή ήταν άλλη μία από τις καθημερινές υποθέσεις που απασχολούν τη δικαιοσύνη.

Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι η συγκεκριμένη υπόθεση έχει μεγάλη χρονική «προϊστορία», προηγήθηκε σειρά άλλων δικαστικών αποφάσεων, αγωγές, μηνύσεις, βουλεύματα, ένσταση για κακοδικία, μέχρι και προσφυγή στο ευρωπαϊκό δικαστήριο.

Επιπλέον, ο πολίτης «Χ», που έκανε την αναφορά, διατυπώνει συγκεκριμένα επιχειρήματα, με βάση τα οποία η αθωωτική απόφαση του Εφετείου βασίστηκε σε διαστρεβλώσεις και λανθασμένες παραδοχές.

Τέλος, διατυπώνει το «παράπονο» ότι «θα περίμενε κανένας ότι σε ένα εμπεριστατωμένο βούλευμα που παρέπεμπε τον κατηγορούμενο και μια εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση για καταδίκη του, για την όποια τυχόν απαλλαγή του το δικαστήριο θα έπρεπε να παραθέσει ένα υψηλής δικαιοκρισίας σκεπτικό, που θα ανέτρεπε τα περί ενοχής του στοιχεία.

Αντ’ αυτού, όμως, αφενός έχουμε παραποίηση πραγματικών περιστατικών και ταύτιση δύο κατηγοριών, εκ των οποίων, ενώ το δικαστήριο εξέτασε μόνο τη μία, αθώωσε και για τις δύο, και αφετέρου στο σκεπτικό γίνεται επίκληση ως νομολογιακού δεδομένου απόφασης του Αρείου Πάγου με αυθαίρετη παρερμηνεία του πραγματικού και σαφέστατου νοήματός της».

Η αφετηρία μιας δικαστικής διαμάχης

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η διένεξη αυτή είναι μεταξύ του πολίτη «Χ» και ενός πολύ γνωστού δικηγόρου, ο οποίος και αθωώθηκε τελικά από το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων.

Πολλά χρόνια πριν, ο «Χ» υπέβαλε μήνυση στον «Ψ» για υπεξαίρεση μετοχών. Ο «Ψ» καταδικάσθηκε, το 2001, σε 4 χρόνια φυλάκιση. Εκανε έφεση και το Πενταμελές Εφετείο το 2004, παρά την καταδικαστική πρόταση του εισαγγελέα, τον απάλλαξε λόγω «ελάχιστων αμφιβολιών για την ενοχή του» και χωρίς αιτιολογία.

Ο «Χ» προχώρησε τότε σε αγωγή κακοδικίας, ενώ προσέφυγε επίσης και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Η αγωγή κακοδικίας είχε τότε (το 2006) θεωρηθεί για πρώτη φορά μέσα σε 40 ολόκληρα χρόνια ότι μπορεί να ευδοκιμούσε, μια και ο εισηγητής στην πρότασή του ανέφερε ότι στερείτο η απόφαση της απαιτούμενης αιτιολόγησης.

«Κι αυτό ενώ ο Αρειος Πάγος είχε ήδη κρίνει ότι δεν υπήρχε λόγος αναίρεσης της απόφασης, παρ’ όλο που οι δικαστές είχαν… ξεχάσει να αιτιολογήσουν την αθωότητα του κατηγορουμένου» («Εθνος» 17/12/2006).

Ηδη, όμως, από το 2004 και πριν ακόμα εκδικαστεί η έφεση του «Ψ» στο Πενταμελές Εφετείο, υπέβαλε και ο ίδιος μήνυση με τον ισχυρισμό ότι ο «Χ» τον είχε εκβιάσει πριν από 10 χρόνια.

Ο «Χ» θεώρησε τη μήνυση αυτή καθαρό αντιπερισπασμό (είναι κάτι που άλλωστε συχνά συνηθίζεται), ενώ απηλλάγη πλήρως από αυτές τις έωλες κατηγορίες, με αμετάκλητο βούλευμα το 2009.

Ομως το βούλευμα αυτό δεν εμπόδισε τον «Ψ» να επαναφέρει στα πολιτικά δικαστήρια το 2010 τους ισχυρισμούς του για δήθεν εκβιασμό, οι οποίοι ωστόσο δεν είχαν πλέον ουδεμία υπόσταση.

Στο διάστημα που μεσολάβησε, ο «Χ» είχε ασκήσει αγωγές κατά του «Ψ» στα πολιτικά δικαστήρια, όχι μόνο σχετικά με την υπόθεση των μετοχών αλλά και για απάτη σε βάρος του, ποσού 200.000 ευρώ.

Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν, το Πολιτικό Εφετείο Αθηνών, με την 1668/2011 απόφασή του, δικαίωσε απόλυτα τον «Χ». Μάλιστα, η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη με την απόφαση 964/2012 του Αρείου Πάγου.

Οπως δήλωσε στην «Εφ.Συν.» ο «Χ», «στο διάστημα αυτό και παρά την αμετάκλητη απαλλαγή μου, αυτός συνέχιζε να επαναλαμβάνει σε δικόγραφα τους συκοφαντικούς του ισχυρισμούς περί εκβιάσεώς του. Μάλιστα, σε διάταξη της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου επί παλαιότερης υπόθεσης αναφέρεται ότι “Σύμφωνα με όσα παραπάνω εκθέσαμε, η απαλλαγή του ‘Χ’» αποτελεί αμάχητο τεκμήριο περί του γεγονότος ότι ήταν ψευδές ότι αυτός εκβίασε τον ‘Ψ’, ως προς τη συνδρομή των λοιπών στοιχείων όμως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και ειδικότερα της συνδρομής ή όχι του άμεσου δόλου αποφαίνεται το δικαστήριο της ουσίας μετά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Δεν συντρέχει επομένως λόγος αναίρεσης της παραπάνω αποφάσεως και η σχετική αίτηση με τα συνημμένα έγγραφα πρέπει να τεθεί στο αρχείο”» (αντεισαγγελέας Α.Π., Ξ. Δημητρίου 11/2/2013).

Η τελευταία πράξη

Η υπόθεση φτάνει τελικά στο Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, με πρόεδρο τον Ν. Σαλάτα και κατηγορούμενο τον δικηγόρο «Ψ».

Οι κατηγορίες ήταν δύο: Η πρώτη αφορούσε προτάσεις του «Ψ» με συκοφαντικό περιεχόμενο που είχαν κατατεθεί στις 21/9/2010 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και αφορούσαν την αγωγή αποζημίωσης του «Χ» για ψευδή καταμήνυσή του, ενώ η β’ κατηγορία αφορούσε άλλες προηγούμενες προτάσεις που είχαν κατατεθεί στις 21/10/2010 ενώπιον άλλου δικαστηρίου (14ο Πολιτικό Τμήμα του Εφετείου) και αφορούσαν την αγωγή του «Χ» για απάτη σε βάρος του.

Οπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο εξέτασε μόνο την πρώτη κατηγορία, θεωρώντας ότι το περιεχόμενο των προτάσεων ήταν κοινό και αφορούσε την ίδια αγωγή και τους ίδιους συκοφαντικούς ισχυρισμούς.

Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο για προτάσεις με διαφορετικό περιεχόμενο και χρόνο κατά τον οποίον κατατέθηκαν σε διαφορετικά δικαστήρια και σύμφωνα με την αναφορά του στην ουσία το δικαστήριο άφησε αδίκαστη την δεύτερη κατηγορία, στην οποία μάλιστα ο ίδιος χαρακτηριζόταν ως «εκβιαστής», και προχώρησε στην αθώωση του κατηγορουμένου.

Το σκεπτικό του κ. Σαλάτα, αφού αναφέρει: «Η επανάληψη όμως πραγματικών περιστατικών (ισχυρισμών) στις κατατεθείσες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου και επαναφορά αυτών στο Εφετείο περί εκβίασής του από τον μηνυτή δεν συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση, καθότι ο κατηγορούμενος ήταν οιονεί “υποχρεωμένος” να αμφισβητήσει εκ παραδοχής το βούλευμα, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε χωρίς άλλο να αποδεχτεί την αγωγή», προχωρά στην αθώωση από όλες τις κατηγορίες του δικηγόρου «Ψ».

Σύμφωνα με τον «Χ» :

1. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν υπέβαλε ο “Ψ” τις δύο διαφορετικές προτάσεις του με το συκοφαντικό περιεχόμενο (Α και Β σημεία του κατηγορητηρίου), γνώριζε ότι είχα απαλλαγεί αμετάκλητα και ότι ήσαν ψευδή τα περί εκβιασμού του και παρ’ όλα αυτά τα επανέλαβε».

2. Στο σκεπτικό γίνεται επίκληση (ως νομολογιακού δεδομένου) απόφασης του Αρείου Πάγου (1582/1998), με αυθαίρετη παρερμηνεία του πραγματικού και σαφέστατου νοήματός της. Η απόφαση αυτή αναφέρει σύμφωνα με τον κ. Σαλάτα ότι μόνο η επίκληση ενός ισχυρισμού που θα αποδειχτεί αβάσιμος δεν μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Ομως ο Αρειος Πάγος δεν αναφέρεται σε οποιουσδήποτε ψευδείς ισχυρισμούς, αλλά σε συγκεκριμένους ψευδείς ισχυρισμούς κατηγορουμένου, που δεν εμπεριείχαν προσβλητικούς ισχυρισμούς για το πρόσωπο του μηνυτή όπως αυτός του «εκβιαστή». Οπως σημειώνει ο «Χ», η γενίκευση που επιχειρήθηκε παρερμηνεύοντας την απόφαση του Αρείου Πάγου, το να αποκαλείς δηλαδή κάποιον «εκβιαστή» δεν βλάπτει την υπόληψή του, αντίκειται και σε κάθε λογική! Πολύ, δε, περισσότερο όταν το αμετάκλητο βούλευμα που αποτελεί αμάχητο στοιχείο περί του ότι δεν υπήρξε εκβίαση είχε ήδη εκδοθεί και επομένως η επανάληψη στο δικαστήριο ψευδών και συκοφαντικών ισχυρισμών δεν μπορεί να είναι αποδεκτή.

3. Το Εφετείο απέφυγε να τοποθετηθεί για το αναληθές των ισχυρισμών του «Ψ» περί δήθεν εκβίασής του και προχώρησε τελικά ακόμη και στην αθώωσή του και για τα αδικήματα της δυσφήμισης και εξύβρισης με τον ισχυρισμό ότι αυτός προέβαλε τους ψευδείς ισχυρισμούς του «λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ως οιονεί κατηγορούμενος» και ότι αυτό δεν συνιστά τελικά βλάβη της τιμής και της υπόληψής μου.

Με δυο λόγια, το δικαστήριο εμφανίζεται να δέχεται ως έναν βαθμό ότι πράγματι εκβιάστηκε ο κατηγορούμενος και ότι, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ισχυρίστηκε στις προτάσεις του ό,τι ισχυρίστηκε.

4. Ο «Χ» υπενθυμίζει στην αναφορά του ότι το δικαστήριο, σπεύδοντας να δικάσει και να αθωώσει τον κατηγορούμενο και για τα αδικήματα της δυσφήμησης και εξύβρισης, ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να ξαναδικαστεί σε περίπτωση υποτροπής, παραβίασε τον Νόμο 4411/2016, που προβλέπει την παύση παρόμοιας δίωξης για πλημμελήματα που έχουν τελεστεί μέχρι και τις 31/3/2016 και συνέχισή της μόνο αν υποπέσει ο κατηγορούμενος σε νέο αδίκημα.

5. Τέλος, ο «Χ» διαμαρτύρεται, διότι, όπως προκύπτει, ο πρόεδρος κ. Σαλάτας υιοθετεί πλήρως στο χειρόγραφο σκεπτικό του τον τρόπο που ο πρώην κατηγορούμενος δικηγόρος ερμήνευσε την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Η αναφορά του «Χ» κάνει λόγο είτε για προειλημμένη απόφαση αθώωσης του κατηγορούμενου είτε για βαρύτατη αμέλεια του δικαστηρίου, που οφείλει να απασχολήσει σοβαρά την Επιθεώρηση Δικαστηρίων.

#

 

Σχόλια αναγνωστών

comments

Comments are closed.